H χρονιά των Δυτικών Βαλκανίων και η εθνική μας στρατηγική
Η κινητικότητα που παρατηρείται τις τελευταίες δύο εβδομάδες γύρω από την οριστικοποίηση της διεθνούς ονομασίας της γειτονικής ΠΓΔΜ συμπίπτει χρονικά με τις από καιρό αναμενόμενες εξελίξεις στο χώρο των Δυτικών Βαλκανίων και μας προκαλεί αναπόφευκτα να αναλογιστούμε τους νέους συσχετισμούς δυνάμεων στην ευρύτερη βαλκανική περιοχή και, βεβαίως, το ρόλο της Ελλάδας σ’ αυτό το υπό διαμόρφωση νέο πλαίσιο πολιτικής και οικονομικής διπλωματίας.
Η χρονιά που διανύουμε θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρισθεί «Χρονιά των Δυτικών Βαλκανίων».
Τώρα είναι η ευκαιρία για την Ελλάδα να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών στα Βαλκάνια, αν δεν επιθυμεί να έρθει αντιμέτωπη με τον πάντα υπαρκτό κίνδυνο περιθωριοποίησής της που θα την τοποθετήσει εκτός πολιτικού παιχνιδιού στη Βαλκανική.
Οι διαπραγματεύσεις για το τελικό καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου, το μέλλον της ένωσης Σερβίας και Μαυροβουνίου, η διεθνής πίεση που ασκείται—αλλά και η ωριμότητα που επιτέλους επιδεικνύουμε και στο εσωτερικό της χώρας—για επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ, και βεβαίως η σύσφιγξη σχέσεων που παρατηρείται μεταξύ των Αλβανών σε Τίρανα, Πρίστινα και Σκόπια, συνθέτουν ένα μωσαϊκό πολλαπλών και αντικρουόμενων επιδιώξεων, και ένα ενδιαφέρον μείγμα ευκαιριών και δυνατοτήτων για τη χώρα μας στο άμεσο προσεχές διάστημα.
Ταυτόχρονα η επαναχάραξη του πολιτικού και οικονομικού χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μέσα από την αναμενόμενη ένταξη της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και, ενδεχομένως, της Κροατίας στην Ε.Ε. έως το 2007, θέτει ακόμη πιο επιτακτικά το αίτημα για συνολική ανάπτυξη και σταθερότητα στη Βαλκανική με τέτοιο τρόπο που δεν θα επιτρέψει τη συντήρηση θυλάκων έντασης, ανασφάλειας και υπανάπτυξης σ’ αυτή την πολύπαθη γωνιά της Ευρώπης.
Τώρα είναι η ευκαιρία για την Ελλάδα να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών στα Βαλκάνια, αν δεν επιθυμεί να έρθει αντιμέτωπη με τον πάντα υπαρκτό κίνδυνο περιθωριοποίησής της που θα την τοποθετήσει εκτός πολιτικού παιχνιδιού στη Βαλκανική.
Απέναντι σ’ αυτές τις εξελίξεις χρειάζεται δραστήρια πολιτική, με προτάσεις και επεξεργασμένες παρεμβάσεις, ώστε να εξασφαλίσουμε τα συμφέροντά μας.
Και αυτός είναι ένας ρόλος που πολλοί θα ήθελαν να δουν την Ελλάδα να αναλαμβάνει, τη μοναδική μέχρι στιγμής χώρα-μέλος της Ε.Ε. στα Βαλκάνια και, εκ των πραγμάτων, μοναδική εγγυήτρια δύναμη οποιασδήποτε απόπειρας οικονομικής ανάπτυξης και εξομάλυνσης των περιφερειακών εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο χρειάζεται η αναδιατύπωση του εθνικού μας συμφέροντος. Χρειάζεται η ελληνική πολιτική και διπλωματία να αποβάλει στερεότυπες θέσεις και να απορρίψει ιδεολογήματα που την κρατούν δέσμια παρωχημένων πολιτικών προσεγγίσεων, τη στιγμή που η διεθνής δυναμική οδηγεί τα πράγματα προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Ένα παράδειγμα ίσως θα ήταν χρήσιμο: Υπήρξαμε και παραμείναμε θιασώτες της μη αλλαγής των συνόρων στη Βαλκανική την ώρα που αυτά άλλαζαν. Τότε αυτή ήταν μια επιλογή που εξυπηρετούσε την ανάγκη για σταθερότητα σε ένα εξαιρετικά ρευστό και εκρηκτικό βαλκανικό περιβάλλον.
Σήμερα εξακολουθούμε ορθώς να εμμένουμε σε αυτή την αρχή. Όμως, όπως είναι γνωστό, στο πλαίσιο της τ. Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας συμβαίνουν ανακατατάξεις τις οποίες πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη στη χάραξη της πολιτικής μας. Πρέπει λοιπόν να εξετάσουμε τις νέες συνθήκες, και να αναλάβουμε όπου χρειάζεται πρωτοβουλίες, ώστε να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε τις εξελίξεις σύμφωνα με τα εθνικά μας συμφέροντα.
Αυτή τη στιγμή το πρόβλημα έχει ως εξής: η κυβέρνηση αφενός δείχνει να έχει εγκαταλείψει την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης για όλα αυτά τα θέματα, και αφετέρου—εκτός από την πρόταση Νίμιτς για την ονομασία της ΠΓΔΜ—δεν έχει θέσει στο τραπέζι της συζήτησης εναλλακτικές προτάσεις.
Ταυτόχρονα δείχνει να μην έχει ένα συνολικά επεξεργασμένο στρατηγικό σχέδιο που να συνδέει με ένα κοινό νήμα τους ελληνικούς στόχους στα επιμέρους ανοιχτά βαλκανικά μέτωπα και, φυσικά, έχει εγκαταλείψει την οδό της συλλογικής δράσης μέσω της Ε.Ε., κατά την πάγια πλέον τακτική της να αποκαθαίρει από την ευρωπαϊκή τους διάσταση όλες τις διμερείς μας σχέσεις.
Στην παρούσα φάση υπάρχει μια κατεπείγουσα ανάγκη στην ευρύτερη Βαλκανική για υιοθέτηση νέων, καινοτόμων στρατηγικών που θα προωθούν μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές με στόχο την ανατροπή της οικονομικής υποβάθμισης που έχει υποστεί η περιοχή τις τελευταίες δύο δεκαετίες και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Κι όλα αυτά, τη στιγμή που θα μπορούσε μέσα από δικές της πολιτικές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες να καλλιεργεί το έδαφος για την ευρωπαϊκή προοπτική της ΠΓΔΜ, της Αλβανίας, της Σερβίας-Μαυροβούνιο ή της Βοσνίας, με στόχο πάντα την εγκαθίδρυση ενός περιβάλλοντος ειρήνης, σταθερότητας και ανάπτυξης στην περιοχή.
Στην παρούσα φάση υπάρχει μια κατεπείγουσα ανάγκη στην ευρύτερη Βαλκανική για υιοθέτηση νέων, καινοτόμων στρατηγικών που θα προωθούν μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές με στόχο την ανατροπή της οικονομικής υποβάθμισης που έχει υποστεί η περιοχή τις τελευταίες δύο δεκαετίες και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Η Ελλάδα πρέπει να βγει μπροστά και να ενισχύσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στις χώρες αυτές. Κι αυτό πρέπει να το πράξει προς την κατεύθυνση της συλλογικής και πολυμερούς αντιμετώπισης των υπαρκτών κινδύνων που αναπόφευκτα συνδέονται με τη μεταβατική περίοδο που διανύουμε, και ταυτόχρονα της αξιοποίησης των δυνατοτήτων και των ευκαιριών που παρουσιάζονται για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και βεβαίως την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας.



