Το Ασφαλιστικό και η Αξιοπρέπεια της Πολιτικής
Τις τελευταίες μέρες κατορθώσαμε να κατακτήσουμε το αυτονόητο. Μπορούμε πια να αναφερόμαστε στο ασφαλιστικό χωρίς να δεχόμαστε αυτόματα το λίθο του αναθέματος. Μέχρι εκεί όμως.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πως ενδιαφέρεται να προχωρήσει σε διάλογο για το ασφαλιστικό χωρίς ωστόσο να καταθέτει κάποιες- έστω και στοιχειώδεις- προτάσεις, χωρίς να θέτει χρονοδιάγραμμα ή να καθορίζει τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί.
Αν δε ληφθούν άμεσα γενναία μέτρα, τις αμέσως επόμενες δεκαετίες μονάχα οι δαπάνες για τις συντάξεις και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ηλικιωμένων θα αγγίξουν και ίσως να ξεπεράσουν το 25% του ΑΕΠ.
Και όλα αυτά τη στιγμή που οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια σε μια βαθύτατη δημοσιονομική κρίση.
Αν δε ληφθούν άμεσα γενναία μέτρα, τις αμέσως επόμενες δεκαετίες μονάχα οι δαπάνες για τις συντάξεις και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ηλικιωμένων θα αγγίξουν και ίσως να ξεπεράσουν το 25% του ΑΕΠ.
Πράγμα που σημαίνει πως όλοι οι κοινωνικοί πόροι θα δεσμεύονται υποχρεωτικά για την κάλυψη αυτών των αναγκών, με αυτόματη συνέπεια την οριστική και απόλυτη αδυναμία χάραξης και εφαρμογής κοινωνικής πολιτικής.
Επιπλέον το ισχύον αναδιανεμητικό σύστημα σε συνδυασμό με τα διαρκώς επιδεινούμενα δημογραφικά δεδομένα θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ραγδαία αύξηση των κρατήσεων, ενώ ταυτόχρονα ο εργαζόμενος θα εισπράττει κατά τη συνταξιοδότησή του όλο και λιγότερα από αυτά που θα έχει καταβάλει.
Περισσότερες κρατήσεις όμως σημαίνουν επίσης περισσότερη «μαύρη» εργασία, περισσότερη ανεργία, περισσότερη παραοικονομία και λιγότερη οικονομική δραστηριότητα, λιγότερη ανάπτυξη, λιγότερα έσοδα για το κράτος, λιγότερες δυνατότητες αναδιανομής και αλληλεγγύης.
Σύμφωνα με τις αναλογιστικές μελέτες των κυριότερων διεθνών οργανισμών η Ελλάδα είναι η χώρα με την πιο δυσοίωνη προοπτική αναφορικά με την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού της προβλήματος.
Το ασφαλιστικό βέβαια δεν αφορά μόνον εμάς. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και η Αυστρία, βρίσκονται σήμερα σε δεινότερη θέση από την Ελλάδα.
Παντού όμως έχει αναπτυχθεί προβληματισμός και κινητικότητα, αναζητήθηκαν λύσεις και δόθηκαν απαντήσεις. Το αποτέλεσμα καταδεικνύει τις αδυναμίες μας: σύμφωνα με τις αναλογιστικές μελέτες των κυριότερων διεθνών οργανισμών η Ελλάδα είναι η χώρα με την πιο δυσοίωνη προοπτική αναφορικά με την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού της προβλήματος.
Οι μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί υπολογίζεται ότι θα περιορίσουν το ύψος των ασφαλιστικών υποχρεώσεων του κράτους μόνο κατά 2% του ΑΕΠ το 2050.
Η τελευταία διαπίστωση αναδεικνύει την ουσία του ζητήματος. Τη στιγμή αυτή με αφορμή το ασφαλιστικό διαμορφώνεται στη χώρα μας μια πολύ σημαντική αντιπαράθεση.
Μια συζήτηση από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η ευημερία, η πρόοδος, η ισχύς της κοινωνίας μας στο άμεσο μέλλον. Είναι η αντιπαράθεση της πολιτικής πρακτικής του χθες με την πολιτική του αύριο, η αντιπαράθεση της αναβλητικής διαχείρισης με το δυναμισμό της πρωτοβουλίας.
Η κυβέρνηση οφείλει να επιλέξει. Επιθυμεί να συνεχίσει να πολιτεύεται με το δόγμα μέγιστος δυνατός συμβιβασμός, ελάχιστη δυνατή πρωτοβουλία, ή θα επιδιώξει να αντιστρέψει τους όρους;
Σήμερα είναι ανάγκη να εξετάσουμε τα επιτυχημένα πρότυπα του εξωτερικού και να αντλήσουμε χρήσιμα και λειτουργικά παραδείγματα∙ να συζητήσουμε χωρίς προκαταλήψεις τα πιθανά οφέλη της μετάβασης από το ισχύον αναδιανεμητικό σε ένα πιο ανταποδοτικό σύστημα∙ να αναζητήσουμε ένα δικαιότερο πλαίσιο που θα βάλει τέλος στις κραυγαλέες συνταξιοδοτικές ανισότητες μεταξύ των εργαζομένων, περιορίζοντας την προνομιακή μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών∙ να αναζητήσουμε τρόπους ουσιαστικής ενίσχυσης των επαγγελματικών ταμείων.
Η κυβέρνηση λοιπόν οφείλει να επιλέξει. Επιθυμεί να συνεχίσει να πολιτεύεται με το δόγμα μέγιστος δυνατός συμβιβασμός, ελάχιστη δυνατή πρωτοβουλία, ή θα επιδιώξει να αντιστρέψει τους όρους; Οι νύξεις, οι διαρροές και οι διαπιστώσεις στις οποίες εξαντλείται μέχρι τώρα, κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά μηνύματα εκπέμπουν.
Το ασφαλιστικό είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να αποδείξουμε πως η πολιτική δεν είναι απλή διαχείριση, πως μπορεί να διαθέτει όραμα, να δίνει λύσεις, να διαμορφώνει προοπτική. Μια ευκαιρία για μας τους ίδιους τους πολιτικούς να αποδείξουμε σε τελική ανάλυση πως αποτελούμε μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος.



