Επόμενος Στρατηγικός Στόχος τα Δυτικά Βαλκάνια
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού δημιούργησε εντελώς νέα δεδομένα στον ευρωπαϊκό χώρο, η ΕΕ είχε ταχθεί με συνέπεια και αποφασιστικότητα στο όραμα της διεύρυνσης. Μιας διεύρυνσης που δε θα διεξαγόταν στη βάση πολιτισμικών κριτηρίων αλλά στη βάση ενός ευρύτερου στρατηγικού και γεωπολιτικού σχεδιασμού.
Η λογική της Ένωσης ήταν απλή. Η πρόσδεση των χωρών της κεντρικής, ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης στο άρμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποτελούσε το ισχυρότερο κίνητρο για τον άμεσο αναπροσανατολισμό τους προς τη Δύση και την αποφασιστική επιβολή μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων που θα στόχευαν στην ανάπτυξη, τη σταθερότητα, τη δημιουργία κράτους δικαίου, την ειρηνική συνεργασία και συνύπαρξη.
Η προοπτική της ένταξης μπορεί να μεταμορφώσει τα Βαλκάνια από «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» σε μια ανεπτυγμένη και ευημερούσα οικονομική ζώνη. Η Ελλάδα έχει χρέος να καλλιεργήσει και να εμπεδώσει στις γειτονικές της χώρες το όραμα αυτό.
Κύπρος
Το πρώτο σκέλος της διεύρυνσης ολοκληρώθηκε τη χρονιά που μας πέρασε. Δέκα νέες χώρες έγιναν μέλη της Ένωσης παρουσιάζοντας εντυπωσιακή πρόοδο σε όλους τους τομείς της θεσμικής τους οργάνωσης και επιτυγχάνοντας αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη.
Το ελληνικό ενδιαφέρον κατά την πρώτη αυτή φάση επικεντρώθηκε στην περίπτωση της Κύπρου. Η είσοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, η οποία μάλιστα συντελέστηκε ακόμη και χωρίς την προηγούμενη επίλυση του ζητήματος της τουρκικής κατοχής, αποτελεί αναμφίβολα μια μεγάλη ελληνική διπλωματική επιτυχία, και την πρώτη από τις θετικές επιπτώσεις που αναμένεται να έχει η επέκταση των συνόρων της ΕΕ τα επόμενα χρόνια για τα ελληνικά συμφέροντα.
Τουρκία
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για τη χώρα μας ήταν η προσέγγιση ΕΕ – Τουρκίας. Με μια γενναία και διορατική στροφή στις πολιτικές της προτεραιότητες στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η Ελλάδα μετατράπηκε από εμπόδιο σε ένθερμο υποστηρικτή του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της γείτονος, εκτιμώντας ορθώς πως το συμφέρον της είναι όχι η αντιπαλότητα αλλά η ομαλοποίηση των σχέσεων και η καλή γειτονία με μια ανεπτυγμένη, δημοκρατική, εκσυγχρονισμένη Τουρκία.
Η επένδυση στην προοπτική της τουρκικής ένταξης ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή ως προς τις αξιώσεις μας από την Τουρκία.
Η Ελλάδα επιθυμεί μια Τουρκία που θα σέβεται το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το διεθνές δίκαιο, και της οποίας η συμπεριφορά θα συνάδει με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Έχουμε λοιπόν την υποχρέωση να παρακολουθούμε με προσοχή την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων από την Άγκυρα διασφαλίζοντας πως η ένταξή της, οι διαδικασίες για την οποία μόλις ξεκίνησαν, θα συνοδεύεται από την οριστική ομαλοποίηση των διμερών μας σχέσεων.
Βαλκάνια
Το νέο μεγάλο στοίχημα που τίθεται για την Ελλάδα σε σχέση με τη διεύρυνση της ΕΕ είναι η ευρωπαϊκή προοπτική των βαλκανικών κρατών.
Τα Βαλκάνια ως προς την ενταξιακή τους πορεία δεν αποτελούν ενιαίο έδαφος. Από τη μια μεριά βρίσκονται η Βουλγαρία και η Ρουμανία, οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρώσει τη σχετική προετοιμασία και προσδοκούν να πάρουν το εισιτήριο της ένταξης μέσα στην επόμενη διετία και από την άλλη οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων.
Οι χώρες αυτές (Σερβία-Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία, ΠΓΔΜ, Αλβανία) με μόνη εξαίρεση την Κροατία που κατάφερε να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις ταυτόχρονα με την Τουρκία, παρά την ύπαρξη ενός πλαισίου σύνδεσής τους με την ΕΕ, παρουσιάζουν σημαντική υστέρηση καθώς δεν κατάφεραν ακόμη να ξεπεράσουν τα επακόλουθα του πρόσφατου πολέμου στην Πρώην Γιουγκοσλαβία, να περιορίσουν την αναζωπύρωση των εθνοτικών διαφορών, να εκδημοκρατιστούν επαρκώς και να εκσυγχρονίσουν την οικονομική τους δομή.
Τα Δυτικά Βαλκάνια επομένως κινδυνεύουν να εξελιχθούν στη «μαύρη τρύπα» της Ευρώπης.
Η Ελλάδα βέβαια έχει κάθε λόγο να είναι αντίθετη σε μια τέτοια προοπτική. Για αρκετές δεκαετίες η χώρα μας υπήρξε ένας απομονωμένος θύλακος εδάφους της ΕΕ στα Βαλκάνια, μια στενή λωρίδα γης με πρόσβαση στη θάλασσα αλλά χωρίς ενδοχώρα.
Μόλις τα τελευταία χρόνια η κατάσταση αυτή έχει αρχίσει να βελτιώνεται. Και το εύρος των ελληνικών επενδύσεων στις γειτονικές χώρες καταδεικνύει το οικονομικό και γεωπολιτικό ενδιαφέρον που έχει για μας ο βαλκανικός χώρος.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντιλήφθηκε έγκαιρα τη σημασία του ζητήματος και ακολούθησε συγκεκριμένη στρατηγική. Υποστηρίξαμε με συνέπεια, πειστικότητα και επιμονή στα διεθνή φόρα τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες των γειτόνων μας και αξιοποιήσαμε στο έπακρο την Ελληνική Προεδρία το 2003 προς αυτή την κατεύθυνση: ιδρύσαμε το EU-Western Balkan Forum και πετύχαμε την υιοθέτηση της «Ατζέντας της Θεσσαλονίκης» η οποία έφερε πιο κοντά τα Δυτικά Βαλκάνια στην ΕΕ θεσμικά και πολιτικά, μεταφέροντας το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με αυτά από τον τομέα των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ σε αυτόν της διεύρυνσης.
Η ελληνική διπλωματία, με άλλα λόγια, συνέβαλε αποφασιστικά στο να αποκτήσουν τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων μια ρεαλιστική ευρωπαϊκή προοπτική.
Είναι αυτονόητο πως το ελληνικό συμφέρον επιτάσσει την όσο το δυνατόν ταχύτερη εξέλιξη της ενταξιακής διαδικασίας για τις χώρες αυτές.
Η Ελλάδα σε όλη αυτή την πορεία επιβάλλεται να έχει διαρκή και ισχυρή παρουσία. Γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως οι διαπραγματεύσεις των υποψηφίων χωρών με την ΕΕ αποτελούν, πέραν όλων των υπολοίπων, το κατεξοχήν προνομιακό πεδίο για την προώθηση των εθνικών μας θέσεων και την αποτελεσματική άσκηση πίεσης προς την κατεύθυνση των επιθυμητών από εμάς λύσεων στα διμερή προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με ορισμένες από αυτές (πχ με την ΠΓΔΜ στο θέμα της ονομασίας).
Πρέπει να είμαστε βέβαιοι λοιπόν πως η προσέγγιση των γειτόνων μας με την ΕΕ όχι μόνο θα συντελεστεί με γοργούς ρυθμούς, αλλά και θα εξαλείψει κάθε εμπόδιο καλής γειτονίας και θα εγγυηθεί την ανάπτυξη, την αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή.
Η προοπτική της ένταξης μπορεί να μεταμορφώσει τα Βαλκάνια από «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» σε μια ανεπτυγμένη και ευημερούσα οικονομική ζώνη. Η Ελλάδα έχει χρέος να καλλιεργήσει και να εμπεδώσει στις γειτονικές της χώρες το όραμα αυτό. Και βέβαια οφείλει να είναι έτοιμη για να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη νέα βαλκανική πραγματικότητα και να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα που αυτό θα της δώσει στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.



