Συναλληλία ή Νόμω κρατούσα Πολιτεία;
Το αίτημα για διάκριση των ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας δεν αποτελούσε πάντοτε μονοπώλιο της πρώτης. Λίγα χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν αυτή που επιζητούσε το χωρισμό.
Σύσσωμος ο κλήρος διακήρυττε την ανάγκη ανεξαρτησίας της Εκκλησίας και απαιτούσε την άμεση απαλλαγή της από τον ασφυκτικό κρατικό εναγκαλισμό. Σε μια επίδειξη αποφασιστικότητας ορισμένοι μητροπολίτες πρότειναν ακόμη και την άρση του αυτοκέφαλου της ελλαδικής Εκκλησίας, ώστε να αναιρεθούν αυτόματα οι προϋποθέσεις των κρατικών παρεμβάσεων στο εσωτερικό της.
Τι ήταν όμως εκείνο που ώθησε την ιεραρχία στην υιοθέτηση μιας στάσης τόσο διαφορετικής από τη σημερινή;
Η απάντηση είναι απλή. Εκείνη την περίοδο οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ήταν εξαιρετικά τεταμένες. Η ελληνική Πολιτεία ασκώντας τα νόμιμα δικαιώματά της επιχειρούσε να επιβάλει μονομερώς στην Εκκλησία όρους κατά γενική ομολογία ιδιαίτερα επαχθείς τόσο για τα θέματα της μοναστηριακής περιουσίας όσο και για ζητήματα εσωτερικής διοίκησης και εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.
Αντιμέτωποι με αυτά τα δεδομένα οι ιεράρχες ήταν απόλυτα λογικό να αντιδράσουν και να απαιτήσουν το αυτονόητο: το δικαίωμα της Εκκλησίας της Ελλάδος να καθορίζει τα του οίκου της, το στοιχειώδες δικαίωμα αυτονομίας και αυτοδιοίκησης.
Βλέπουμε όλο και συχνότερα ιεράρχες να πολιτικολογούν, ενώ ταυτόχρονα προβάλλουν με κάθε τρόπο την αξίωσή τους να θεωρούνται οι γνησιότεροι εκφραστές του έθνους.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν εντελώς. Η Πολιτεία εγκατέλειψε κάθε αξίωση για έλεγχο ή έστω ανάμειξη στα εσωτερικά της Εκκλησίας, ενώ η τελευταία επιδιώκει συστηματικά το δικαίωμα παρέμβασης στα δημόσια πράγματα.
Βλέπουμε λοιπόν όλο και συχνότερα ιεράρχες να πολιτικολογούν, ενώ ταυτόχρονα προβάλλουν με κάθε τρόπο την αξίωσή τους να θεωρούνται οι γνησιότεροι εκφραστές του έθνους. Η Εκκλησία σήμερα εκμεταλλεύεται πλήρως τα δικαιώματα που απορρέουν από τη θεσμικά κατοχυρωμένη κρατική της υπόσταση και λειτουργεί ως φορέας κρατικής εξουσίας.
Καμία έκκληση στη λογική, καμία φωνή υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισοπολιτείας, καμία προειδοποίηση για τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης και την υποβάθμιση του ποιμαντικού έργου της Εκκλησίας δεν είναι δυνατό να προσφέρει ικανοποιητικό κίνητρο στην ιεραρχία, ώστε να αναθεωρήσει τη στάση της.
Είναι φανερό πως η Εκκλησία της Ελλάδος έχει κάθε λόγο να επιθυμεί τη διαιώνιση του σημερινού καθεστώτος. Η Πολιτεία δεν εμπλέκεται καθόλου στις υποθέσεις της ενώ την ίδια στιγμή της εξασφαλίζει καθεστώς δημόσιας αρχής, μεριμνά για τη μισθοδοσία και τη συνταξιοδότηση των λειτουργών της, την προστατεύει από τον προσηλυτισμό άλλων δογμάτων, της δίνει το δικαίωμα να ασκεί προσηλυτισμό μέσω της εκπαίδευσης, του στρατού κλπ, της παραχωρεί τον έλεγχο ως προς την ανέγερση των ναών των άλλων θρησκειών, και γενικά της εξασφαλίζει μοναδικά προνόμια.
Καμία έκκληση επομένως στη λογική, καμία φωνή υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισοπολιτείας, καμία προειδοποίηση για τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης και την υποβάθμιση του ποιμαντικού έργου της Εκκλησίας δεν είναι δυνατό να προσφέρει ικανοποιητικό κίνητρο στην ιεραρχία, ώστε να αναθεωρήσει τη στάση της.
Ο ορθόδοξος κλήρος δε θα μπορούσε να ελπίζει σε τίποτα καλύτερο από το υφιστάμενο καθεστώς «συναλληλίας» και απόλυτα δικαιολογημένα υψώνει το λάβαρο του αγώνα στο άκουσμα της παραμικρής νύξης για αναθεώρησή του.
Η Πολιτεία έχει βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Η ελληνική κοινωνία του 21ου αιώνα δε μπορεί παρά να δομηθεί πάνω στη διάκριση των ρόλων Κράτους και Εκκλησίας. Την ίδια στιγμή όμως η τεράστια ισχύς της τελευταίας δεν επιτρέπει καμία μονομερή πρωτοβουλία από την πλευρά της Πολιτείας. Οποιαδήποτε προσπάθεια για μεταρρύθμιση πρέπει να διαθέτει τη σύμφωνη γνώμη ή έστω την ανοχή της Εκκλησίας. Πώς όμως είναι δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο;
Στην πραγματικότητα η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη, σε αντάλλαγμα για τα σημαντικότατα προνόμια που εξασφαλίζει, να υπόκειται στην εξουσία και τον έλεγχο του Κράτους. Η Πολιτεία θέτει τους κανόνες και η Εκκλησία έχει το καθήκον της συμμόρφωσης.
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι πολύ πιο απλή απ’ όσο νομίζουμε. Αρκεί να κατανοήσουμε πως οι ισχυρισμοί περί «συναλληλίας» στις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας απλώς υποκρύπτουν αυτό που πραγματικά ισχύει: το καθεστώς της «Νόμω κρατούσης Πολιτείας».
Στην πραγματικότητα λοιπόν η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη, σε αντάλλαγμα για τα σημαντικότατα προνόμια που εξασφαλίζει, να υπόκειται στην εξουσία και τον έλεγχο του Κράτους. Η Πολιτεία θέτει τους κανόνες και η Εκκλησία έχει το καθήκον της συμμόρφωσης.
Το γεγονός πως αυτή η πραγματικότητα σήμερα υποκρύπτεται βαραίνει κατά κύριο λόγο την Πολιτεία. Αυτή είναι που, άλλοτε στο όνομα της κατανόησης και της μετριοπάθειας και άλλοτε εξαιτίας του φόβου για το πολιτικό κόστος, παραγνωρίζει τις δυνατότητες που διαθέτει και παραιτείται του δικαιώματός της για έλεγχο των εκκλησιαστικών πραγμάτων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η άρνηση της Εκκλησίας να αποδέχεται τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα. Από τη στιγμή όμως που η Εκκλησία αποτελεί δημόσια αρχή το ΣτΕ έχει κάθε νόμιμη δικαιοδοσία να κρίνει, άρα και να ακυρώνει, αποφάσεις των εκκλησιαστικών οργάνων.
Με άλλα λόγια η Εκκλησία της Ελλάδος παρανομεί και η Πολιτεία δείχνει απρόθυμη να επιβάλει την τήρηση του νόμου σε έναν κρατικό φορέα.
Με το ισχύον καθεστώς το σύνολο της εκκλησιαστικής ζωής και δραστηριότητας υπόκειται στον έλεγχο και την έγκριση του Κράτους.
Η Πολιτεία έχει τη στοιχειώδη υποχρέωση να πάψει πια να αυτοπεριορίζεται και να ασκήσει το σύνολο των αρμοδιοτήτων που δικαιωματικά της ανήκουν.
Η εκλογή Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών, η εκκλησιαστική περιουσία, η εκκλησιαστική δικαιοσύνη, ακόμη και ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος απαιτούν την έγκριση της Πολιτείας.
Η τελευταία έχει τη στοιχειώδη υποχρέωση να πάψει πια να αυτοπεριορίζεται και να ασκήσει το σύνολο των αρμοδιοτήτων που δικαιωματικά της ανήκουν. Στο σημείο που βρισκόμαστε ο έλεγχος και η παρέμβαση της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα δεν μπορεί παρά να έχει θετικές συνέπειες.
Θα οδηγήσει με βεβαιότητα στον άμεσο περιορισμό της κοσμικής ρητορείας από την πλευρά της Εκκλησίας, ενώ είναι πιθανό να συμβάλει και στη συνειδητοποίηση εκ μέρους όλων –και πρωτίστως του πληρώματος της Εκκλησίας και των ίδιων των ιεραρχών- του πραγματικού πλαισίου που σήμερα διέπει τις σχέσεις των δύο πόλων, των αδυναμιών και των προβλημάτων του.
Ίσως το πρώτο βήμα για την αλλαγή των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας να μην είναι η αλλαγή της σημερινής νομοθεσίας, αλλά απλώς η εφαρμογή της.



