ΕΕ: Διευρύνεται χωρίς να μεταρρυθμίζεται
Την 1η Ιανουαρίου 2007 σύσσωμη η ευρωπαϊκή οικογένεια θα ενσωματώσει δύο νέα μέλη, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Η Ελλάδα επένδυσε πολλά στην ευρωπαϊκή ενσωμάτωση των κρατών της ΝΑ Ευρώπης και έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένη από τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Με την ευρωπαϊκή ένταξη των δύο γειτονικών κρατών:
Η Ελλάδα αποκτά «εσωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα», αλλά και νέους συμμάχους στους ρευστούς και υπό συνεχή διαμόρφωση ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Η αγορά μας επιτέλους αποκτά βάθος.
• Εμπεδώνεται η λογική και η δυναμική της συνεργασίας σε μια περιοχή με βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν.
• Μειώνεται η πολιτική σημασία των φυσικών συνόρων και αποφορτίζεται η συμβολική και συναισθηματική τους αξία.
• Ενοποιείται οικονομικά ένα μεγάλο σε μέγεθος και πληθυσμό κομμάτι της Βαλκανικής.
Η Ελλάδα αποκτά «εσωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα», αλλά και νέους συμμάχους στους ρευστούς και υπό συνεχή διαμόρφωση ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Η αγορά μας επιτέλους αποκτά βάθος. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι η γειτονική Βουλγαρία είναι ο τρίτος πελάτης των ελληνικών εξαγωγών με μερίδιο 7% επί του συνόλου των εθνικών εξαγωγών.
Ενώ όμως η Ευρώπη διευρύνεται, δεν μεταρρυθμίζεται επαρκώς. Γιατί;
Αρκετοί ισχυρίζονται ότι η διεύρυνση, αυξάνοντας την ετερογένεια στις αντιλήψεις, τους στόχους και τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών κρατών, δυσχεραίνει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την προσπάθεια οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών.
Πράγματι, η διεύρυνση έχει οδηγήσει σε αποδυνάμωση της ΕΕ κυρίως σε σχέση με την πολιτική και κοινωνική της συνοχή. Το όραμα των αρχών του 2000 για μια πολιτική ένωση υπό τη μορφή μιας ομοσπονδίας, στη σημερινή ιστορική συγκυρία φαντάζει άπιαστο όνειρο.
Ωστόσο, το μεταρρυθμιστικό έλλειμμα που παρατηρείται δεν οφείλεται αποκλειστικά, ούτε κυρίως, στη διαδικασία της διεύρυνσης.
Πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ σήμερα τα αντιμετώπιζε και πριν την ενσωμάτωση των ανατολικών κρατών. Θυμόμαστε όλοι ότι η Ευρώπη κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας διαχειρίστηκε ανεπαρκώς μια σειρά από σημαντικές διεθνείς κρίσεις κυρίως στα Βαλκάνια. Σήμερα δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει κρίσιμες εσωτερικές προκλήσεις, όπως η θεσμική της αναδιάρθρωση, η ανεργία, η κρίση της κοινωνικής ασφάλισης, ο ανταγωνισμός με τρίτες χώρες και η μετανάστευση.
Tο μεταρρυθμιστικό έλλειμμα που παρατηρείται δεν οφείλεται αποκλειστικά, ούτε κυρίως, στη διαδικασία της διεύρυνσης.
Η ασθένεια της αντιμεταρρύθμισης αφορά τόσο τους ευρωπαϊκούς υπερεθνικούς θεσμούς όσο και τα εθνικά κράτη τα οποία αδυνατούν να εφαρμόσουν τις πολιτικές που οι ηγεσίες τους αποφασίζουν κάθε τρεις και λίγο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Όσο όμως η διεύρυνση συνδυάζεται με μια λογική αδράνειας οι πολίτες δεν εμπνέονται. Το χάσμα αποτελέσματος – κοινωνικών προσδοκιών διευρύνεται, το αίσθημα μιζέριας στην κοινωνία διογκώνεται, το έλλειμμα νομιμοποίησης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος στα μάτια των πολιτών αυξάνεται.
Πρέπει λοιπόν να δρομολογήσουμε λύσεις στα ζητήματα που αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Την αναβίωση του ευρωπαϊκού «συντάγματος» ή τουλάχιστον την προώθηση των πιο ουσιαστικών του θεσμικών προβλέψεων, τον εκσυγχρονισμό του μοντέλου οικονομικής διακυβέρνησης, την ουσιαστική ενίσχυση του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, την εμβάθυνση της δημοκρατικής λειτουργίας μέσα από την εφαρμογή της «λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας», την κατοχύρωση ενός περισσότερου διακριτού διεθνή ρόλου για την ΕΕ μέσα από την απόκτηση διεθνούς νομικής προσωπικότητας και τη δημιουργία θέσης Ευρωπαίου Υπουργού Εξωτερικών.
Η ΕΕ αποτελεί το πιο προχωρημένο και πετυχημένο εγχείρημα περιφερειακής ολοκλήρωσης στην ανθρώπινη ιστορία με άμεσες και ορατές θετικές συνέπειες στη δημοκρατία, την ασφάλεια, την ευημερία. Η διεύρυνση την εξυπηρετεί, η αδράνεια όμως τείνει να την ακυρώσει.



