Ομιλία στην ημερίδα του ΣΚΑΪ-ΒΒC με θέμα: Δεοντολογία, Υποχρέωση ή Υποκρισία;

Ημερομηνία: Πέμπτη 22, Μάρτιος 2007 | Print | Στην κατηγορία:

Κυρίες και κύριοι,

Χαίρομαι που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας και ευχαριστώ τους διοργανωτές της εκδήλωσης για την ευγενική τους πρόσκληση.

Θα ήθελα πριν ξεκινήσω να εκφράσω τις ευχές μου στον όμιλο του ΣΚΑΪ, ο οποίος τον τελευταίο χρόνο κάνει τα πρώτα του βήματα στον χώρο της τηλεόρασης, με πολύ αξιόλογα δείγματα γραφής μέχρι σήμερα, με νέους ανθρώπους, με διάθεση και μεράκι για ενδιαφέροντες πειραματισμούς, και με συνεργασίες, όπως αυτή με το BBC, που δίνουν ένα άλλο ύφος και ήθος στην τρέχουσα τηλεοπτική μας ενημέρωση.

Εύχομαι σε όλους τους συντελεστές αυτής της προσπάθειας να συνεχίσουν με την ίδια ορμή και το ίδιο πείσμα. Έχουμε ανάγκη από εναλλακτικά τηλεοπτικά προϊόντα. Και η τηλεόραση του ΣΚΑΪ έδειξε από την πρώτη μέρα που βγήκε στον αέρα ότι σκοπεύει να υπηρετήσει αυτήν ακριβώς την αναγκαιότητα.

Στο θέμα μας λοιπόν: είναι η δημοσιογραφική και εκδοτική δεοντολογία υποχρέωση ή υποκρισία;

H απάντηση στην προϊούσα κρίση αξιοπιστίας των ΜΜΕ γενικότερα και της δημοσιογραφίας ειδικότερα, δεν μπορεί παρά να έρθει μέσα από εμπνευσμένες – ως προς το όραμα – και ισορροπημένες – ως προς τη λήψη αποφάσεων – συμπράξεις ιδιοκτητών μέσων με δημοσιογράφους.

Χαίρομαι καταρχήν διότι οι εμπνευστές της σημερινής εκδήλωσης φρόντισαν να συμπεριλάβουν στον προβληματισμό τους και τον εκδοτικό παράγοντα. Μια συζήτηση άλλωστε για τη δεοντολογία στον χώρο της ενημέρωσης αναπόφευκτα εμπλέκει και αφορά και τους δύο κόσμους, δημοσιογραφικό και εκδοτικό.

Κι αν θέλετε τη γνώμη μου, αν και προτρέχω, η απάντηση στην προϊούσα κρίση αξιοπιστίας των ΜΜΕ γενικότερα και της δημοσιογραφίας ειδικότερα, δεν μπορεί παρά να έρθει μέσα από εμπνευσμένες – ως προς το όραμα – και ισορροπημένες – ως προς τη λήψη αποφάσεων – συμπράξεις ιδιοκτητών μέσων με δημοσιογράφους.

Κλείνω την παρένθεση.

Κυρίες και κύριοι,

Είναι πάντα χρήσιμο στην προσπάθειά μας να αναλύσουμε τις πραγματικές αιτιάσεις ενός προβλήματος, να το εντάσσουμε στην εποχή του, στο ευρύτερο δηλαδή πολιτικό και κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου εκδηλώνεται. Τι ζούμε λοιπόν σήμερα;

Ζούμε στην εποχή του πολιτιστικού πλουραλισμού. Καθώς η ζωή μας γίνεται καθημερινά όλο και πιο παγκοσμιοποιημένη οι επιλογές και οι παραστάσεις μας διευρύνονται διαρκώς.

Ζούμε ταυτόχρονα στην εποχή του ηθικού σχετικισμού, where anything goes, όπως θα έλεγαν και οι αγγλοσάξονες φίλοι μας.

Ζούμε στην εποχή που οι μεγάλες ιστορικές βεβαιότητες έχουν υποχωρήσει και επικρατεί η «έλλειψη εννοιών».

Ζούμε σε μια βαθιά διαφοροποιημένη κοινωνία. Με πολλαπλές και κατακερματισμένες ταυτότητες. Με πολλά κέντρα, πολλούς «παίκτες» και εξαιρετικά σύνθετες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Με πολλούς κυρίαρχους και ταυτόχρονα αντικρουόμενους ηθικούς κώδικες. Την ίδια στιγμή βιώνουμε μια πραγματική έκρηξη της τεχνολογίας.

Ζούμε συνεπώς στην εποχή της ταχείας αποκαθήλωσης και απαξίωσης θεσμών που αδυνατούν να φέρουν απτά αποτελέσματα ικανά να βελτιώσουν την καθημερινότητα του κάθε ένα από εμάς. Γι’ αυτό η κρίση κομμάτων και πολιτικής. Γι’ αυτό και η κρίση της δημοσιογραφίας, η οποία αντί να στέκεται απέναντι στην πολιτική, διαπλέκεται μαζί της και συμπαρασύρεται στον κατήφορό της.

Ζούμε σε μια βαθιά διαφοροποιημένη κοινωνία. Με πολλαπλές και κατακερματισμένες ταυτότητες. Με πολλά κέντρα, πολλούς «παίκτες» και εξαιρετικά σύνθετες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Με πολλούς κυρίαρχους και ταυτόχρονα αντικρουόμενους ηθικούς κώδικες.

Την ίδια στιγμή βιώνουμε μια πραγματική έκρηξη της τεχνολογίας. Η οποία καθημερινά γίνεται όλο και πιο προσιτή σε περισσότερο κόσμο. Λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό απελευθερωτικά.

Ζούμε τέλος σε μια εποχή έντονης ανασφάλειας. Όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο και αυτονόητο. Έχοντας αποχαιρετήσει προ πολλού τις παραδόσεις που μας «ζέσταιναν» και μας κρατούσαν ασφαλείς στην αγκαλιά τους, ανοιγόμαστε σε ένα άγνωστο ταξίδι προς αναζήτηση μιας νέας ζωής, του αγώνα για μια νέα σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας.

Μια σχέση που ακόμη δεν υπάρχει, εξ ου και η ανασφάλεια, και γι’ αυτό πρέπει να επινοηθεί.

Το ερώτημα που τίθεται εύλογα μετά απ’ όλα αυτά – και για να επιστρέψουμε στο θέμα μας – είναι το εξής: είναι αυτή η πραγματικότητα, όπως σας την περιέγραψα και την αντιλαμβάνομαι προσωπικά, κενή νοήματος και ηθικής;

Σε καμία περίπτωση.

Μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας και της ζωής μας οφείλει να είναι ηθική. Διαφορετικά δε μπορεί να υπάρχει. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για μια ζωή που αναζητά την ηθική του αυτοπροσδιορισμού, μια ηθική από τα κάτω που έχει σαν σύμμαχο τη θεσμική οργάνωση, θωράκιση και λειτουργία της κοινωνίας.

Η ηθική δεν πρέπει να ταυτίζεται ή να συγχέεται με τις τυποποιημένες, τετριμμένες μορφές και φόρμουλες του καθήκοντος, που βλέπουμε καθημερινά να παραβιάζονται -παρότι υπάρχουν και στέκονται σαν προμετωπίδες μιας παρωχημένης ηθικής δράσης.

Οι θεσμοί σήμερα, και η ορθή και αποτελεσματική λειτουργία τους, είναι το δίχτυ ασφαλείας για τη μαζική κοινωνία της πολυπλοκότητας.

Η ηθική αυτή όμως δεν πρέπει να ταυτίζεται ή να συγχέεται με τις τυποποιημένες, τετριμμένες μορφές και φόρμουλες του καθήκοντος, που βλέπουμε καθημερινά να παραβιάζονται -παρότι υπάρχουν και στέκονται σαν προμετωπίδες μιας παρωχημένης ηθικής δράσης.

Κλασικό παράδειγμα οι περίφημοι κώδικες δημοσιογραφικής δεοντολογίας οι οποίοι, παρότι ισοδυναμούν με ένα ευαγγέλιο αρχών του επαγγελματία δημοσιογράφου, εντούτοις συχνά δεν τηρούνται, υπονομεύοντας την ανεπηρέαστη και ανεξάρτητη ενημέρωση και άρα την αξιοπιστία του δημοσιογραφικού κόσμου.

Ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η μη τήρηση των αρχών αυτών έχει οδηγήσει σε βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας και δημοσίων προσώπων και –ακόμη χειρότερα- απλών ανυπεράσπιστων πολιτών. Μια πρώτη τοποθέτηση λοιπόν θα τόνιζε ότι η δεοντολογία από υποχρέωση που είναι δυστυχώς καταντά συχνά υποκριτικό άλλοθι.

H δεοντολογία από υποχρέωση που είναι δυστυχώς καταντά συχνά υποκριτικό άλλοθι.

Το ομολογείτε οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι στις σχετικές έρευνες που αναλύουν την αξιοπιστία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και την αντίληψη που έχετε, πρώτον, για το ρόλο σας στους δημοσιογραφικούς οργανισμούς και, δεύτερον, για το προϊόν που παράγετε.

Έρευνα της VPRC στην οποία ανέτρεξα δείχνει ότι 8 στους 10 δημοσιογράφους εφημερίδων και ηλεκτρονικών μέσων δήλωναν πριν δύο χρόνια λίγο ή καθόλου ικανοποιημένοι από την ποιότητα της ενημέρωσης που παρέχεται στη χώρα, ενώ 4 στους 10 πιστεύουν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα διαφθοράς στο χώρο.

Αντίστοιχα χαμηλή είναι και η εκτίμηση των πολιτών προς τα ΜΜΕ και τον ρόλο της δημοσιογραφίας ως αξιόπιστου ελεγκτή της εξουσίας και παρόχου έγκυρης, χρήσιμης και χρηστικής ενημέρωσης.

Tα περιθώρια ολιγωρίας έχουν στενέψει απελπιστικά.

Και δυστυχώς για όλους μας, και κυρίως για την ποιότητα της ενημέρωσης, και αυτή η περίφημη «σταυροφορία» κάθαρσης και αυτοκάθαρσης του δημοσιογραφικού χώρου που με τόσο πομπώδη τρόπο ξεκίνησε ο κ. Ρουσσόπουλος πριν από δύο χρόνια, το μόνο που κατάφερε ήταν να απαξιώσει ακόμη περισσότερο το δημοσιογραφικό κόσμο.

Kαι αυτή η περίφημη «σταυροφορία» κάθαρσης και αυτοκάθαρσης του δημοσιογραφικού χώρου που με τόσο πομπώδη τρόπο ξεκίνησε ο κ. Ρουσσόπουλος πριν από δύο χρόνια, το μόνο που κατάφερε ήταν να απαξιώσει ακόμη περισσότερο το δημοσιογραφικό κόσμο.

Θα ήθελα να ρωτήσω τον κ. Ρουσόπουλο πώς αντιλαμβάνεται αυτό το ζήτημα. Υπάρχει άλλωστε και δέσμευσή του για σχετικό νόμο τον οποίο θα έφερνε πριν δύο χρόνια το Υπ. Τύπου στη Βουλή.

Κι όμως η λύση είναι εξαιρετικά απλή: Η λύση της διαφάνειας είναι να κατατίθεται ανά έτος στη Βουλή ο κατάλογος όλων των συμβάσεων δημοσιογράφων που υπογράφουν οι κρατούντες. Όχι μόνο οι υπουργοί, αλλά και οι διοικητές ΔΕΚΟ, οργανισμών του Δημοσίου κλπ.

Πόσο ακόμη θα περιμένουμε;

Κυρίες και κύριοι,

Μπροστά σ’ αυτά τα ευρήματα, οι άνθρωποι της δημοσιογραφίας και οι ιδιοκτήτες των μέσων αντιδρούν μάλλον αμήχανα και κατά τη γνώμη μου απευθύνουν στους εαυτούς τους τις λάθος ερωτήσεις προκειμένου να ξαναβρούν το δρόμο τους.

Η λύση δεν είναι τα dvd στις εφημερίδες. Η λύση δεν βρίσκεται στο info-tainment μοντέλο ενημέρωσης που συνδυάζει ψυχαγωγία με ειδησεογραφία, και ήδη έχει βρει αρκετούς μιμητές στην ελληνική τηλεόραση. Η λύση σίγουρα δε βρίσκεται στον στρουθοκαμηλισμό των αρμόδιων οργάνων.

Η λύση δεν είναι τα dvd στις εφημερίδες. Η λύση δεν βρίσκεται στο info-tainment μοντέλο ενημέρωσης που συνδυάζει ψυχαγωγία με ειδησεογραφία, και ήδη έχει βρει αρκετούς μιμητές στην ελληνική τηλεόραση. Η λύση σίγουρα δε βρίσκεται στον στρουθοκαμηλισμό των αρμόδιων οργάνων.

Ας κάνουμε επιτέλους τις σωστές ερωτήσεις.

Τι ρόλο υπηρετεί σήμερα η δημοσιογραφία;

Υπηρετεί τον έλεγχο της εξουσίας ή μήπως την επιρροή της;

Υπηρετεί τη στήριξη της Δημοκρατίας ή μήπως την επιδίωξη ανταλλαγμάτων;

Υπηρετεί την αναζήτηση και διασταύρωση πηγών με στόχο την όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και ευρεία ενημέρωση των πολιτών ή μήπως περιορίζεται στην έκφραση προσωπικών απόψεων, ανέξοδου σχολιασμού, υποβολιμαίων και κατευθυνόμενων «ειδήσεων»;

Τι σχέση έχει με την κλασική δημοσιογραφία της Ε. Βλάχου και του Λ. Καραπαναγιώτη και πόσο επηρεάζεται από τους επιταγές της αγοράς και της εμπορικότητας που θέλει να συνδυάσει ντε και καλά την ψυχαγωγία με την ενημέρωση;

Και τέλος, σίγουρα έχουμε περισσότερες ειδήσεις και Μέσα. Έχουμε όμως και καλύτερη ενημέρωση;

Κυρίες και κύριοι,

Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι το εξής: Η τεχνολογία επαναπροσδιορίζει τον ρόλο και τις δυνατότητες που έχουμε ως πολίτες, «προικίζοντας» κάθε άτομο με περισσότερες ευθύνες αλλά και μεγαλύτερο έλεγχο επάνω στα ενημερωτικά προϊόντα που «καταναλώνει». Η δημοσιογραφία καταλαμβάνει βαθμιαία όλο και μικρότερο κομμάτι του ενημερωτικού μενού που έχει στη διάθεσή του ο μέσος άνθρωπος.

Η τεχνολογία επαναπροσδιορίζει τον ρόλο και τις δυνατότητες που έχουμε ως πολίτες, «προικίζοντας» κάθε άτομο με περισσότερες ευθύνες αλλά και μεγαλύτερο έλεγχο επάνω στα ενημερωτικά προϊόντα που «καταναλώνει».

Ο Τύπος έχει πάψει εδώ και καιρό να παίζει το ρόλο του αποκλειστικού «πυλωρού» της ενημέρωσης που έχει στη διάθεσή της η κοινή γνώμη.

Είναι τόσο σαρωτικές και πυκνές οι αλλαγές που έχουν συμβεί τις 3 τελευταίες δεκαετίες στο πεδίο της τεχνολογίας παγκοσμίως και φυσικά στη χώρα μας ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε με ασφάλεια για μια πραγματική επανάσταση.

Από την παντοδυναμία του Τύπου έως τα τέλη του ’70, περάσαμε στην αυτοκρατορία της εικόνας το ’80 και το ’90, για να φτάσουμε σήμερα στις αρχές της τρίτης χιλιετίας χάρη στις σαρωτικές αλλαγές που φέρνουν μαζί τους οι νέες τεχνολογίες στη βαθμιαία υποχώρηση των παραδοσιακών μορφών ενημέρωσης (εφημερίδες, ραδιόφωνο αλλά και τηλεόραση, τουλάχιστον έτσι όπως την ξέρουμε σήμερα) και την ανάδειξη νέων εξατομικευμένων και διαδραστικών τρόπων επικοινωνίας και ενημέρωσης των πολιτών (internet, blogs, συνδρομητική τηλεόραση).

Το κυρίαρχο μοντέλο τηλεοπτικής ενημέρωσης πνέει τα λοίσθια. Το μέλλον ανήκει στις νέες τεχνολογίες, στο διαδίκτυο, στη διαδραστική ενημέρωση, στα blogs, στον «πολίτη-δημοσιογράφο» που είναι σε θέση να απευθυνθεί ο ίδιος πρωτογενώς στις πηγές ενημέρωσης που τον ενδιαφέρουν διαμορφώνοντας το δικό του «μενού ενημέρωσης».

Το κυρίαρχο μοντέλο τηλεοπτικής ενημέρωσης πνέει τα λοίσθια. Το μέλλον ανήκει στις νέες τεχνολογίες, στο διαδίκτυο, στη διαδραστική ενημέρωση, στα blogs, στον «πολίτη-δημοσιογράφο» που είναι σε θέση να απευθυνθεί ο ίδιος πρωτογενώς στις πηγές ενημέρωσης που τον ενδιαφέρουν διαμορφώνοντας το δικό του «μενού ενημέρωσης».

Διαισθάνομαι ότι ο δημοσιογραφικός κόσμος ανταποκρίνεται μάλλον αμήχανα και φοβισμένα σε όλες αυτές τις αλλαγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το blogging δεν ξεκίνησε από τους κόλπους της δημοσιογραφίας, αλλά από την ίδια την κοινωνία των πολιτών. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι πολλοί δημοσιογράφοι βρίσκουν όψιμα διέξοδο στην ανωνυμία του blogging για να πουν μέσω internet όσα δε μπορούν να πουν μέσω των οργανισμών στους οποίους εργάζονται.

Πράγμα που δείχνει ότι οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί πιάστηκαν στον ύπνο. Λειτούργησαν σαν βαριές γραφειοκρατίες που δεν αντιλήφθηκαν τα σημάδια των καιρών.

Σήμερα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δημιουργούνται 80.000 blogs ανά δευτερόλεπτο παγκοσμίως. Σαφώς και δεν πρόκειται για έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο που θα σώσει την τιμή της δημοσιογραφίας.

Η ελευθερία πρόσβασης σε ένα τέτοιο εργαλείο, το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του δηλαδή, συνιστά και τη μεγαλύτερη αδυναμία του, καθώς το καθιστά εξαιρετικά ευεπίφορο στη χειραγώγηση.

Ήδη πολιτικά κόμματα, ομάδες συμφερόντων και ακτιβιστές το χρησιμοποιούν με κάθε άλλο παρά άδολους σκοπούς.

Ωστόσο είναι ενδεικτικό της κατεύθυνσης που παίρνουν τα πράγματα στον τομέα της ενημέρωσης.

Το ερώτημα συνεπώς εύλογο και αφοπλιστικό: τι μπορεί να γίνει;

Αν θέλουμε να δώσουμε ξανά νόημα και ισχύ στη δημοσιογραφική δεοντολογία, και κατ’ επέκταση αξία στη δημοσιογραφία, η λύση βρίσκεται σε μία λέξη: διαφοροποίηση.

Αν θέλουμε να δώσουμε ξανά νόημα και ισχύ στη δημοσιογραφική δεοντολογία, και κατ’ επέκταση αξία στη δημοσιογραφία, η λύση βρίσκεται σε μία λέξη: διαφοροποίηση.

Ο ΣΚΑΪ και το BBC δείχνουν να το έχουν ήδη αντιληφθεί. Και προσφέρουν στο κοινό ένα άλλο μοντέλο ενημέρωσης. Που εμπνέεται από τις κλασικές αρχές της δημοσιογραφίας, και ταυτόχρονα δίνει έμφαση στην εγκυρότητα και τη διασταύρωση της είδησης, διαθέτει εξωστρεφή ματιά στον κόσμο, κάνει έξυπνη χρήση των νέων τεχνολογιών, δίνει χρηστική ενημέρωση και απαντήσεις στα ερωτήματα του κοινού του.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Διαφοροποίηση σημαίνει μια διαφορετική εταιρική κουλτούρα η οποία δεσμεύει και ταυτόχρονα εμπνέει τους εργαζομένους στον κάθε δημοσιογραφικό οργανισμό. Ξέρετε, σε μια σύντομη έρευνα που έκανα στο διαδίκτυο, διαπίστωσα ότι όλα τα μεγάλα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα του εξωτερικού, διαθέτουν τον δικό τους κώδικα δεοντολογίας, τον κώδικα δηλαδή που εκφράζει τις αρχές και τα πιστεύω του κάθε οργανισμού. Στην Ελλάδα αυτό δε συμβαίνει σε κανένα έντυπο.

Η ισοπεδωτική ομοιογένεια είναι συνταγή αποτυχίας στην εποχή των πολλαπλών ταυτοτήτων. Κι αυτό είναι κάτι που δεν αφορά μόνο τα ΜΜΕ αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.

Θα μου πείτε, καλά μας τα λες, η ευθύνη της πολιτικής όμως σε όλα αυτά που βρίσκεται; Και θα έχετε απόλυτο δίκιο. Όσο κι αν το θέλω, δεν θα μπω σε μακροσκελείς αναλύσεις. Δεν έχω τον χρόνο για κάτι τέτοιο.

Αυτό που μπορώ να πω είναι το εξής: όλοι γνωρίζουμε ότι η ελληνική κοινωνία είναι μια κοινωνία της συνενοχής. Όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα τα πράγματα. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο και ανεύθυνο κατά τη γνώμη μου να ισχυρίζεται κανείς ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν από τη μια μέρα στην άλλη.

Εδώ επί 20 χρόνια δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο των αδειών λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών, διαιωνίζοντας ένα καθεστώς ήμι-νομιμότητας και ήμι-μονιμότητας.

Σε κοινωνίες λοιπόν όπως η δική μας, η λύση η οποία θα είναι σε θέση να πυροδοτήσει ένα domino-effect που θα συμπαρασύρει μια σειρά από παθογένειες της δημόσιας διαπλεκόμενης ζωής, δε μπορεί παρά να έρθει έξω από τις υπάρχουσες δομές.

Προσωπικά εμπνέομαι από το παράδειγμα των open source λογισμικών, των λογισμικών ανοιχτού κώδικα. Αυτή είναι η καινοτομία που πρέπει να εισαγάγουμε στη δημόσια διοίκηση μέσω του Internet και των εφαρμογών του ώστε όλες οι δημόσιες υπηρεσίες να γίνουν πιο αποτελεσματικές και ανοιχτές απέναντι στον δημόσιο έλεγχο

Από πού μπορεί να έρθει λοιπόν η λύση; Προσωπικά εμπνέομαι από το παράδειγμα των open source λογισμικών, των λογισμικών ανοιχτού κώδικα.

Αυτή είναι η καινοτομία που πρέπει να εισαγάγουμε στη δημόσια διοίκηση μέσω του Internet και των εφαρμογών του ώστε όλες οι δημόσιες υπηρεσίες να γίνουν πιο αποτελεσματικές και ανοιχτές απέναντι στον δημόσιο έλεγχο, είτε αυτός προέρχεται από πολίτες είτε από δημοσιογράφους.

Ένα «open source» σύστημα ελεύθερης πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα, στη δημόσια πληροφορία, μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για καλύτερη δημοσιογραφία, για περισσότερη διαφάνεια, για μια σειρά από ανυπολόγιστες αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Οι ισχύοντες νόμοι πολύ απλά δεν αρκούν.

Χρειαζόμαστε ένα πρωτοπόρο και ρηξικέλευθο freedom of information act που θα αλώσει τα πανύψηλα τείχη της ελληνικής γραφειοκρατίας με πολιορκητικό κριό τις νέες τεχνολογίες και το internet.

Το ΠΑΣΟΚ χάρη στο όραμα και την ιδιαίτερη ευαισθησία του ΓΑΠ γι’αυτά τα θέματα έχει ήδη προχωρήσει σε μια μικρή επανάσταση, έχοντας ενσωματώσει τα πιο σύγχρονα και ταυτόχρονα ανοιχτά (Open source) και συμμετοχικά τεχνολογικά εργαλεία στις διοικητικές και πολιτικές δομές λειτουργίας του.

Το μήνυμά μου λοιπόν σήμερα είναι το εξής: Η «αδιαμεσολάβητη επικοινωνία» πρέπει να γίνει το motto όλων μας αν θέλουμε να πετύχουμε ένα καίριο πλήγμα στο τέρας της πανταχού παρούσας ελληνικής υστέρησης. Ας το σκεφθούμε…

Σας ευχαριστώ.