Η κατάθλιψη της ελληνικής μεσαίας τάξης

Ημερομηνία: Κυριακή 22, Ιούνιος 2008 | Print | Στην κατηγορία:

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Όποιος δουλεύει σκληρά, πρέπει να βλέπει τον κόπο του να ανταμείβεται και την ποιότητα ζωής να βελτιώνεται! Δυστυχώς, τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Ελλάδα δυσκολεύεται να εκπληρώσει αυτή τη θεμελιώδη για μια οικονομία της Ευρώπης υπόσχεση.

Τα ελληνικά μεσαία στρώματα, έπειτα από μια μεγάλη περίοδο μαζικής κοινωνικής και οικονομικής ανόδου, συνοδευόμενης από υψηλές προσδοκίες και συγκρατημένη αισιοδοξία για το μέλλον, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπα με το φάσμα της στασιμότητας, και σ’ αρκετές περιπτώσεις το ενδεχόμενο εισοδηματικής συμπίεσης και καθόδου. Παρά τη σκληρή δουλειά, η μεσαία τάξη και τα παιδιά της, η γενιά των 700 ευρώ, αντιλαμβάνεται ότι πλέον η οικονομική άνοδος δε συνιστά το μέλλον όλων.

Καθώς αντιμετωπίζουν την αυξανόμενη ακρίβεια, την υψηλή φορολόγηση, το αυξανόμενο κόστος του χρήματος, και την πενιχρή αύξηση των μισθών σε συνδυασμό με την αύξηση του χρόνου απασχόλησης, οι πολίτες των μεσαίων στρωμάτων εκφράζουν τη μεγαλύτερη απαισιοδοξία για την προοπτική της οικονομικής τους κατάστασης έπειτα από 28 ολόκληρα χρόνια.

Οι δείκτες μέτρησης του επιχειρηματικού και καταναλωτικού κλίματος αποκαλύπτουν αυτό που μέχρι πρότινος αποτελούσε την πιο αποσιωπημένη εξέλιξη των τελευταίων ετών στη χώρα. Ότι η ελληνική μεσαία τάξη πέφτει σταδιακά σε κατάθλιψη επηρεάζοντας αρνητικά όλες τις παραμέτρους της οικονομικής δραστηριότητας, όπως οι επενδύσεις, η κατανάλωση, η αποταμίευση, η απασχόληση, ακόμη και τα δημόσια οικονομικά και βέβαια η ανάπτυξη.

Αποκαλύπτεται επίσης ότι κάτω από το ήπιο και καλά επεξεργασμένο κεντρώο προφίλ που καλλιεργεί η κυβέρνηση της ΝΔ, κρύβεται μια πολιτική με σαφείς αρνητικές αναδιανεμητικές επιπτώσεις για τις κοινωνικές ομάδες που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι προφανές ότι η Κυβέρνηση αναδιανέμει ευκαιρίες και πόρους από τους πολλούς στους λίγους.

Πρώτον, επιβραβεύει τον άκρατο πλουτισμό και φορολογεί τη σκληρή δουλειά. Δεύτερον, έχοντας αποτύχει να αναβαθμίσει τα εδώ και χρόνια παραπαίοντα δημόσια αγαθά επιβαρύνει δυσβάσταχτα την τσέπη των πολιτών. Τρίτον, αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα εγωιστικά οικονομικά συμφέροντα που λυμαίνονται τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση του πληθωρισμού στα επίπεδα του 1998 και οδηγώντας σε μείωση της κατανάλωσης των νοικοκυριών για πρώτη φορά μετά το 1993.

Ακόμη χειρότερα, η κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια, μην έχοντας πραγματοποιήσει σοβαρές και βαθιές τομές στην αγορά και το κράτος, δεν έχει καταφέρει να διευρύνει τις εθνικές παραγωγικές δυνατότητες. Ως αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει τα ίδια ακριβώς διαρθρωτικά προβλήματα με το 2004. Προβλήματα που εκτός από το υψηλό επίπεδο των τιμών, αντανακλώνται επίσης στη συνεχιζόμενη πτωτική πορεία της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, την αύξηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και την αδυναμία σημαντικής αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες οικονομικής στενότητας και αβεβαιότητας για το μέλλον, δεν είναι ν’ απορεί κανείς για τη δυσανεξία των ελληνικών μεσαίων στρωμάτων και των παιδιών τους.

Ειδικά στο κρίσιμο μέτωπο της ακρίβειας που ροκανίζει τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, τα μέτρα που κατά καιρούς εξαγγέλλει το Υπουργείο Ανάπτυξης, όχι μόνο δεν αποδίδουν, αλλά πλέον είναι και άνευ πρακτικής αξίας, διότι πολύ απλά οι τιμές έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη.

Η απάντηση στο πρόβλημα της ακρίβειας είναι μία: άμεση μείωση τιμών εδώ και τώρα, ξεκινώντας με την ουσιαστική μείωση στα τιμολόγια των κρατικών επιχειρήσεων (ΔΕΚΟ) και συνεχίζοντας με μια μεσοσταθμική μείωση της τάξης του 8% με 10% σε όλα τα είδη ευρείας κατανάλωσης. Η αντιμετώπιση του πληθωριστικού σπιράλ και του δομικού πληθωρισμού που ενδημεί στην ελληνική οικονομία είναι εκ των ων ουκ άνευ για να προχωρήσουμε παραπέρα.

Μακροπρόθεσμα όμως, η στήριξη της ελληνικής μεσαίας τάξης μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από στοχευμένες διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην ελληνική οικονομία, οι οποίες θα ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη των μεσαίων στρωμάτων και θα οδηγήσουν σε μια γενναία αναδιανομή ευκαιριών και πόρων για τα παιδιά τους.
Ενδεικτικά, τέτοιες προοδευτικές παρεμβάσεις είναι :

- η μείωση των φορολογικών βαρών των χαμηλόμισθων μέσα από την αύξηση του αφορολόγητου ορίου εισοδήματος, από 12,000 ευρώ που είναι σήμερα στα 14,000 ευρώ και την επιστροφή του κατώτατου φορολογικού συντελεστή εισοδήματος στο 15%.

- η ενίσχυση των κατώτατων αμοιβών μέσα από την υιοθέτηση ενός σταθερού μισθολογικού κανόνα που θα συνδέει τις μέσες με τις κατώτατες αμοιβές έτσι ώστε να αποφεύγεται η αυξανόμενη απόκλιση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μεταξύ τους

- η παροχή ενός αρχικού «κεφαλαίου εκκίνησης» για νέους, στα πλαίσια ενός πακέτου στήριξης των νέων στο ξεκίνημα της ζωής τους

- η μείωση της γραφειοκρατίας κατά 25% για την επόμενη πενταετία, και 50% σε βάθος χρόνου έτσι ώστε να η Ελλάδα να προσεγγίσει τα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα.

- η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης έτσι ώστε εκτός από τεκμήριο νομιμότητας να αποκτήσει επίσης τεκμήριο αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας

- η εξυγίανση των επιμέρους αγορών προϊόντων και υπηρεσιών και η πάταξη των καρτέλ με στόχο την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού

Τέλος, πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι η ευημερία της μεσαίας τάξης, όπως συμβαίνει με όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης, συνδέεται άμεσα με την ίση πρόσβαση των μελών της σε υψηλής ποιότητας συλλογικά αγαθά.

Δυστυχώς όμως, ένα από τα σημεία στα οποία το ελληνικό κράτος μοιάζει στην κυριολεξία με «αποτυχημένο κράτος» είναι η ποιότητα των παρεχόμενων δημόσιων αγαθών. Η συνεχής απαξίωση των συλλογικών αγαθών μέσα από την αποικιοποίησή τους από πάσης φύσεως εγωιστικά, ιδιωτικά ή συντεχνιακά συμφέροντα είναι ανεπίτρεπτη για ένα προοδευτικό κόμμα, όπως το ΠΑΣΟΚ, και δυσβάσταχτη για τη συνείδηση όλων των προοδευτικά σκεπτόμενων πολιτών.

Κατά συνέπεια για μια προοδευτική ατζέντα που έχει στόχο την ανασυγκρότηση και απελευθέρωση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής μεσαίας τάξης η ποιοτική αναβάθμιση των συλλογικών αγαθών είναι μονόδρομος.

Στην ίδια κατηγορία