To τέλος της "εύκολης ανάπτυξης"

Ημερομηνία: Τρίτη 29, Ιούλιος 2008 | Print | Στην κατηγορία:

Ομιλία στην ετήσια γενική συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδος, με θέμα: Ο ρόλος της περιφέρειας στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας

Θεσσαλονίκη, Δευτέρα, 28/7/08

Κυρίες και κύριοι,

Χαιρετίζω την ετήσια γενική συνέλευση του ΣΒΒΕ εκ μέρους του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Γ. Παπανδρέου, και επιτρέψτε μου να εκφράσω προς τη διοίκηση και τα μέλη του Συνδέσμου τις ευχαριστίες για την πρόσκληση. Κατ’ αρχήν. θέλω να εκφράσω τη συμπάθεια μου στον Πρόεδρο του Συνδέσμου τον κ. Μυλωνά για την πρόσφατη περιπέτειά του, ευχόμενος στον ίδιο και την οικογένεια του υγεία και δυναμη.

Για το ΠΑΣΟΚ η στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και η συνεχής διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας αποτελούν αυτονόητους και θεμελιώδεις παράγοντες του οράματός μας για μια πιο δίκαιη, ευημερούσα, ασφαλή και φιλόδοξη ελληνική κοινωνία. Μόνο μέσα από τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε με σιγουριά τη νέα κοινωνική πολιτική μας.

Και για να το πω όσο πιο καθαρά γίνεται: Χωρίς υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και ακόμη υψηλότερους δείκτες ανταγωνιστικότητας, πολύ απλά η αναγκαία αναδιανομή πόρων προς αυτούς που πραγματικά τους έχουν ανάγκη, η ισότητα σε ευκαιρίες και δυνατότητες για το σύνολο των πολιτών, και η απόλυτα θεμιτή κερδοφορία για τους επιχειρηματίες καθίστανται κενό γράμμα.

Στην κοινωνική συμφωνία που επιδιώκουμε να υπογράψουμε με τον ελληνικό λαό, στη βάση της νέας προγραμματικής, κυβερνητικής μας πρότασης, ο επιχειρηματικός κόσμος αποτελεί αναπόσπαστο εταίρο. Πολύ απλά χωρίς τη δική σας συμβολή και έντιμη συνεργασία δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε τους φιλόδοξους στόχους μας.

Τα νέα οικονομικά δεδομένα…

Η σημερινή συγκυρία ωστόσο δεν είναι η ευτυχέστερη, ούτε για τη διεθνή οικονομία, και πόσο μάλλον για την ελληνική. Που δυστυχώς παρά τις ευκαιρίες που της δόθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει πάψει να στηρίζεται σε πήλινα πόδια. Με αποτέλεσμα η σημερινή διεθνής κρίση να τη βρίσκει εξαιρετικά ευάλωτη και – χωρίς καμία διάθεση καταστροφολογίας – με πολύ δυσοίωνες προοπτικές για το μέλλον της χώρας.

Ας κοιτάξουμε λίγο τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας:

Η παγκόσμια οικονομική κρίση,

η επιστροφή του πληθωρισμού στα επίπεδα προ του 1998,

η επιβράδυνση της ανάπτυξης με προβλέψεις ακόμη και για 3% μέχρι το τέλος του έτους

η διαρκής επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και το αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα,

ο εκτροχιασμός των δημόσιων οικονομικών,

η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης και η ανάδειξη νέων κοινωνικών προκλήσεων όπως το πρόβλημα της γενιάς των 700 ευρώ,

Όλα αυτά δε συνιστούν απλώς ενδείξεις μιας επερχόμενης οικονομικής κρίσης. Αποτελούν δεδομένα τα οποία προοιωνίζονται το τέλος μιας μακράς περιόδου «εύκολης ανάπτυξης» που βασίστηκε αποκλειστικά σχεδόν στην εγχώρια ζήτηση και ειδικότερα την ταχεία διεύρυνση της κατανάλωσης μέσω της επέκτασης της καταναλωτικής πίστης.

Μια περίοδος που ενώ χαρακτηρίστηκε από υψηλές κοινωνικές προσδοκίες και μια απρόσκοπτη και μαζική οικονομική άνοδο –χωρίς άλλη όμοια της στο παρελθόν-, δυστυχώς δεν συνοδεύτηκε από την αναγκαία διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας.

Αντιθέτως, στηρίχτηκε στην εξάντληση, κυριολεκτικά στην απομύζηση, ευκαιριακών αναπτυξιακών παραγόντων, όπως η οικοδομή, ο μαζικός χαμηλής ποιότητας τουρισμός και η ιδιωτική κατανάλωση. Αυτό όμως σημαίνει ότι εφόσον το υπάρχον μοντέλο ανάπτυξης δεν μπορεί να υποστηριχτεί άλλο, τότε πρέπει να αναζητηθούν νέες πηγές που θα τροφοδοτήσουν την αναπτυξιακή διαδικασία. Και η περιφερειακή ανάπτυξη δε μπορεί παρά να διαδραματίσει κομβικό ρόλο σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Οι αδυναμίες του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης

Η πρόκληση της παγκοσμιοποίησης και οι ραγδαίες οικονομικές ανακατατάξεις που αυτή συνεπάγεται, η αναπότρεπτη παγκόσμια ενεργειακή κρίση, η ατζέντα του περιβάλλοντος που μπαίνει όλο και πιο δυναμικά τα τελευταία χρόνια στη δημόσια συζήτηση, μεταφράζονται για το ΠΑΣΟΚ σ’ ένα στρατηγικής σημασίας καθήκον:

Να εξασφαλίσει το πέρασμα της Ελληνικής οικονομίας σ’ ένα νέο μοντέλο βιώσιμης και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης με κινητήρα μια δυναμική οικονομία της γνώσης, της καινοτομίας, των υψηλής ποιότητας αγαθών και υπηρεσιών, της έξυπνης δηλαδή με σεβασμό αξιοποίησης των φυσικών μας πόρων.

Δυστυχώς το υπάρχον μοντέλο ανάπτυξης που συντηρεί χωρίς να μεταρρυθμίζει η ΝΔ έχει φτάσει στα όρια του, έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του.

Πρόκειται για μια θεμελιώδη παραδοχή, στην οποία όλοι πρέπει να συμφωνήσουμε αν θέλουμε να αναζητήσουμε νέους τρόπους διεξόδου από την κρίση. Άλλωστε καταγράφεται με εντυπωσιακά επώδυνο τρόπο σε όλους τους σχετικούς διεθνείς δείκτες.

Χωρίς να θέλω να σας κουράσω θα ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένα μόνο από τα θεμελιώδη αυτά μεγέθη που ορίζουν την εικόνα καχεξίας και οπισθοχώρησης της ελληνικής οικονομίας.

- Έχουμε σταθερή πτώση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας από την 37η θέση το 2004 στην 65η θέση της παγκόσμιας κατάταξης το 2008, σύμφωνα με την έκθεση του World Economic Forum.

- συνεχή επιδείνωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, το οποίο από € 9,7 δις το 1994 έφθασε τα € 41,5 δις το 2007. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η επιδείνωση επήλθε παρά την επιτάχυνση των εξαγωγών τα τελευταία χρόνια.

- μεταπολεμικά ιστορικό υψηλό στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, ύψους 14,1% ως ποσοστό του ΑΕΠ για το 2007 από 11,1% το 2006. Μια εξαιρετικά δυσάρεστη εξέλιξη που δικαιολογεί το χαρακτηρισμό της βραδυφλεγούς βόμβας στα θεμέλια της Ελληνικής Οικονομίας. Το εξωτερικό μας χρέος έχει ξεπεράσει το 80% του ΑΕΠ, μακράν η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ-13 (δεύτερη η Πορτογαλία με περίπου 65% και Τρίτη η Ισπανία με 48%), με αποτέλεσμα πρακτικά, η χώρα να χρεώνεται, δηλαδή να «πουλάει» το μελλοντικό της κεφάλαιο, για να χρηματοδοτήσει μία κατανάλωση που ξεπερνά την παραγωγή της.

- διαρκή παρεμπόδιση της επιχειρηματικότητας, με τη χώρα μας να υποχωρεί στην 100η θέση στον σχετικό δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας και ταυτόχρονα να καταλαμβάνει την ταπεινωτική 152η θέση μεταξύ 178 χωρών στην παροχή κινήτρων στους νέους επιχειρηματίες για τη δημιουργία νέας επιχείρησης.

- Σταθερά υψηλότερους δείκτες εγχώριας κατανάλωσης από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, έως και 15%, ωσάν η χώρα να διαθέτει 25% υψηλότερα εισοδήματα από τα πραγματικά. Κοινώς καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε.

- χρόνια στασιμότητα στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, με την Ελλάδα να φιγουράρει στην 114η θέση μεταξύ 188 παγκόσμιων οικονομιών στη σχετική λίστα των Ηνωμένων Εθνών.

- επιδόσεις ουραγού στον τομέα της καινοτομίας, καταλαμβάνοντας την 23η θέση μεταξύ των 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

- συστηματική υποβάθμιση του περιβάλλοντος με την προκλητική απουσία ενός σαφούς και μακροχρόνιου χωροταξικού και ενεργειακού σχεδιασμού για τη χώρα.

- σταθερά μειούμενη ανταγωνιστικότητα της αγροτικής μας παραγωγής, με τον κόσμο της υπαίθρου να βιώνει τη στασιμότητα του γεωργικού εισοδήματος, τις αρνητικές συνέπειες από τις καθυστερήσεις των διαρθρωτικών αλλαγών για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και την εξάρτησή του από τις επιδοτήσεις και τη γενικότερη αναδιανεμητική πολιτική του κράτους.

- συντήρηση και διόγκωση της διαφθοράς, με την Ελλάδα να υπολείπεται μόνο της Ρουμανίας και της Λιθουανίας, μόλις τρίτη από το τέλος μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., στο «φακελάκι» και τη «διαπλοκή», σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Διεθνούς Διαφάνειας.

- αδυναμία βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού μας προϊόντος, καθώς πίσω από την υπαρκτή ποσοτική αύξηση των τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα μας κάθε χρόνο, κρύβονται τα καθηλωμένα στο +1,5% έσοδα από την τουριστική κίνηση τη στιγμή που οι ανταγωνιστικές μεσογειακές χώρες πετυχαίνουν αυξήσεις εσόδων της τάξης του 6,6% έως 12,2%.

- και βεβαίως την έξαρση του πληθωρισμού που αγγίζει φυσικά όλα τα νοικοκυριά της χώρας, αλλά πλήττει σημαντικά και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, τις δικές σας επιχειρηματικές προοπτικές λόγω της ραγδαίας αύξησης σε καύσιμα και βασικές πρώτες ύλες.

Από αυτό το τελευταίο θα ήθελα να ξεκινήσω, που πιστεύω ότι αποτελεί και ένα πρόβλημα που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης.

Ο υψηλός πληθωρισμός μείζον πρόβλημα για την ελληνική οικονομία

Έπειτα από μια δεκαπενταετία πρωτοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα σταθερότητας των τιμών, ο πληθωρισμός στην αγορά επιστρέφει με δυσμενείς συνέπειες για την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν λάβουμε υπόψη ότι ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς τα καύσιμα και τις εποχικές διακυμάνσεις) ανέρχεται πλέον σε 4,1%. Αυτό πολύ απλά δείχνει την αδυναμία των οικονομικών υπουργείων να αντιμετωπίσουν τον διαρθρωτικό πληθωρισμό, ο οποίος οφείλεται πρωτίστως σε διαχρονικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Θέλω εδώ να ξεκαθαρίσω το εξής: ότι ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο και κυρίως εισαγόμενος, όπως αρέσκεται να ισχυρίζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Είναι πρωτίστως διαρθρωτικός.

Κι αυτή είναι μια πραγματικότητα που οφείλει να αποδεχθεί οποιαδήποτε κυβέρνηση, οποιοδήποτε κόμμα φιλοδοξεί να χαράξει μια σοβαρή πολιτική εξυγίανσης των αγορών στη χώρα μας. Μόνον έτσι θα καταφέρουμε να χτυπήσουμε στην καρδιά του το πρόβλημα της πρωτοφανούς ακρίβειας που τροφοδοτεί την κερδοσκοπία ορισμένων επιτήδειων.

Ο υψηλός πληθωρισμός και οι έντονες κερδοσκοπικές τάσεις που εξανεμίζουν το εισόδημα των πολιτών οφείλονται στη στρεβλή και καρτελοποιημένη λειτουργία των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών και φυσικά στην αδυναμία της κυβέρνησης να παρέμβει με σοβαρές και διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία.

Διαρθρωτικές αλλαγές που θα χτυπήσουν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, την ανυπαρξία κατάλληλου εποπτικού πλαισίου, τη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν και δυστυχώς καταχρώνται ορισμένες επιχειρήσεις στην ελληνική αγορά.

Πως εξηγούνται διαφορετικά οι δυσθεώρητες διαφορές που παρατηρούνται στις τιμές μεταξύ ομοειδών προϊόντων που διατίθενται από τις ίδιες πολυεθνικές εταιρίες στην Ελλάδα και σε χώρες της ευρωζώνης;

Οι διαφορές αυτές στις τιμές είναι αδικαιολόγητες οικονομικά και ανεπίτρεπτες ηθικά. Ιδιαίτερα όταν όλοι γνωρίζουμε τους τζίρους πολλων μεγάλων επιχειρήσεων στη χώρα μας.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει θλιβερή πρωτιά στην Ευρώπη σχετικά με την ταχύτητα των ανατιμήσεων σε βασικά καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες.

Έτσι εξηγείται ότι οι αυξήσεις τιμών στην Ελλάδα είναι μέχρι και τρεις φορές υψηλότερες από την Ευρωζώνη.

Από αυτό το βήμα θέλω να απευθύνω ένα καθαρο μήνυμα προς ολους εκείνους τους επιτήδειους που αμαυρώνουν την εικόνα και την επιχειρηματική δράση ενός ολόκληρου οικονομικού κλάδου:

Ως ΠΑΣΟΚ απαιτούμε το ρίσκο που συνεπάγεται η ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα να μοιράζεται δίκαια στην κοινωνία, και όχι αποκλειστικά και μόνο στον τελικό καταναλωτή. Αυτή είναι η λογική πίσω και από την τελευταία μας πρωτοβουλία για την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών από τις επιθετικές και σε μεγάλο βαθμό αθέμιτες πρακτικές του τραπεζικού συστήματος.

Πιστεύουμε στην υγιή επιχειρηματικότητα που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες ανταγωνιστικά, ποιοτικά, ασφαλή, υψηλής προστιθέμενης αξίας για όλο το κοινωνικό σύνολο. Στην επιχειρηματικότητα της καινοτομίας και της υψηλής παραγωγικότητας και όχι στην επιχειρηματικότητα της ανάγκης, του παρασιτισμού και των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων.

Η ελληνική αγορά προϊόντων και υπηρεσιών λειτουργεί με τρόπο στρεβλό που παράγει ακρίβεια και ανισότητες. Και η ακρίβεια όπως και η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών είναι κοινή συνισταμένη πολλών πραγμάτων:

Ευθύνεται η πολυνομία και εν τέλει η ανομία που ανέχεται και συντηρεί η κυβέρνηση με το αργό κι αναποτελεσματικό κράτος που τελικά όχι μόνο δεν επανίδρυσε αλλά το παρέσυρε ακόμη πιο χαμηλά.

Ευθύνεται η αδυναμία μας ως χώρα να μεταβούμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης με υψηλή παραγωγικότητα και έμφαση στις υψηλά αμειβόμενες ειδικότητες γνώσης και καινοτομίας.

Ευθύνεται η απουσία ενός εύρυθμου και υγιούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος αλλά και η έλλειψη μιας διαφορετικής επιχειρηματικής κουλτούρας που θα επιστρέφει κάποια από τα κέρδη της πίσω στο κοινωνικό σύνολο.

Ευθύνεται βεβαίως και το έλλειμμα καταναλωτικής συνείδησης και η απουσία ενός ισχυρού καταναλωτικού κινήματος στη χώρα μας για την οποία εμείς ήδη δραστηριοποιούμαστε ως κόμμα στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός Εθνικού Καταναλωτικού Δικτύου.

Φθίνει η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας

Όμως οι διαχρονικές θετικές διαφορές του ελληνικού πληθωρισμού σε σχέση με τον αντίστοιχο της ευρωζώνης, δεν πλήττει μόνο το εισόδημα των σκληρά εργαζόμενων Ελλήνων. Πλήττει επίσης τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Η διαφορά αυτή του ελληνικού πληθωρισμού από τον μέσο ευρωπαϊκό οδηγεί σε υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας ως προς τις τιμές. Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της χώρας συμβάλλει στη διαμόρφωση ιστορικά υψηλών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τριμηνιαίας σχετικής Έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η Ελλάδα, από το 2005 μέχρι σήμερα, χάνει συνεχώς σε διεθνή ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές.

Είναι προφανές ότι η πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί ένα ακόμα καμπανάκι το οποίο χτυπά και προειδοποιεί τη χώρα και την κυβέρνηση ότι πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού μέσα από μία καλά επεξεργασμένη μακροπρόθεσμη οικονομική στρατηγική.

Ταυτόχρονα τα συμπεράσματα της έρευνας καταρρίπτουν τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, που απομονώνουν τα προβλήματα αποκλειστικά στη διεθνή κρίση, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με την Έκθεση του IMD η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας το 2008 υποχωρεί από την 37η θέση στην οποία βρισκόμασταν το 2004 στην 42η το 2008. Μάλιστα τόσο επιτυχής υπήρξε η απόδοση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης που η κυβερνητική αποτελεσματικότητα σε μία διετία απώλεσε 7 μονάδες στο δείκτη Δημόσια Οικονομικά, 2 μονάδες στο δείκτη Δημοσιονομική Πολιτική, 9 στο δείκτη Θεσμικό Πλαίσιο, 2 μονάδες στο δείκτη Νομοθεσία Επιχειρήσεων και 17 μονάδες στο δείκτη Κοινωνικό Πλαίσιο.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας βουλιάζει από την 37η θέση της παγκόσμιας κατάταξης στις αρχές του 2004 στην 65η στις αρχές του 2008.

Ειδικότερα και πάλι με βάση τα στοιχεία του WEF, ακόμα πιο ενδεικτικό του ελλείμματος διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας είναι η πτώση του δείκτη ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων από την 39η θέση παγκοσμίως στις αρχές του 2004 στην 53η στις αρχές του 2008.

Η πτώση αυτή οφείλεται στην επιδείνωση των δεδομένων που συνθέτουν όλους τους επιμέρους πυλώνες της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε τέσσερα χρόνια στο δείκτη μακροοικονομικής σταθερότητας έχουμε πέσει από την 33η στην 106η θέση παγκοσμίως, στο θεσμικό περιβάλλον από την 42η στην 49η θέση, στην τεχνολογική ετοιμότητα από την 30η στην 58η, ενώ στο δείκτη επιχειρηματικής στρατηγικής και συνθετότητας από την 39η στην 62η θέση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, καταγράφεται πληθώρα συγκριτικών μειονεκτημάτων της ελληνικής οικονομίας που πλήττουν άμεσα την ανταγωνιστικότητα.

Το έλλειμμα διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και γενικότερα η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας συμπεριλαμβανομένης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος και τις τιμές, συνιστά εξέλιξη που εντοπίζεται σε όλες ανεξαιρέτως τις Εκθέσεις των Διεθνών Οργανισμών. Και οφείλεται στη συγκυριακή αντιμετώπιση της ελληνικής οικονομίας από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία αντί να επενδύει σε έναν μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό σχεδιασμό, κάνει απλά διαχείριση της εκάστοτε οικονομικής συγκυρίας, και μάλιστα με αναποτελεσματικό τρόπο, όπως άλλωστε φαίνεται καθαρά από την αμήχανη αντίδραση της κυβέρνησης στην διεθνή οικονομική κρίση.

Ο ρόλος της περιφερειακής ανάπτυξης στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας

Η συζήτηση λοιπόν σχετικά με το παρόν και το μέλλον της περιφερειακής ανάπτυξης δε μπορεί παρά να γίνει στο πλαίσιο των διεθνών συγκυριών και των αντίστοιχων εθνικών επιδόσεων που σας παρουσίασα μέχρι αυτό το σημείο.

Όπως ήδη τόνισα, η οικονομική ανάπτυξη στη χώρα μας, όπως τη διαχειριζόμαστε Πολιτεία αλλά και επιχειρηματίες, είναι μια «ρηχή ανάπτυξη», μια «εύκολη ανάπτυξη» που στηρίχθηκε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες στον περίφημο «δυισμό» της ελληνικής οικονομίας.

Στη δυνατότητα που παρέχει δηλαδή το ελληνικό θεσμικό και επιχειρηματικό περιβάλλον, οι ευκαιριακές και χαμηλής παραγωγικότητας επενδύσεις με στόχο το βραχυχρόνιο κέρδος να αποτελούν το σημαντικότερο ίσως τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη της χώρας.

Χωρίς να θέλω να γίνω ισοπεδωτικός, η αποτυχία του κράτους να διαχειριστεί με στοιχειώδη αποτελεσματικότητα, διαφάνεια, στοχοθεσία, αξιόπιστη διοικητική υποστήριξη και σοβαρές πολιτικές για την τοπική ανάπτυξη τον –κυριολεκτικά- πακτωλό χρημάτων που έχουν εισρεύσει στη χώρα τις τελευταίες 2 δεκαετίες από την Ε.Ε., μας έχει οδηγήσει τώρα, που η ευρωπαϊκή «στρόφιγγα» οικονομικών ενισχύσεων αρχίζει να κλείνει, σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ανάπτυξη έχει διαχυθεί με άναρχο και άνισο τρόπο στην Περιφέρεια με συνέπεια οι θετικές επιπτώσεις της περιφερειακής ανάπτυξης να μην διαχέονται με τον ίδιο τρόπο στις δυναμικές και τις φθίνουσες περιφέρειες, στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο.

Σε πολλές περιπτώσεις επίσης ο κεντρικός σχεδιασμός σημαίνει πόρους σε συγκεκριμένες και περιορισμένες ομάδες ανθρώπων, πλήττοντας συνεπώς εξαιρετικά ευαίσθητο, για την δική μου πολιτική οικογένεια τουλάχιστον, ζήτημα σύζευξης της ανάπτυξης με την κοινωνική συνοχή.

Ωστόσο, το σημαντικότερο έλλειμμα αυτής της εξαιρετικά ανησυχητικής κατάστασης που πρέπει να μας θορυβήσει και να μας κινητοποιήσει όλους, είναι ότι η περιφερειακή ανάπτυξη δεν έχει καταφέρει να κερδίσει έως τώρα το στοίχημα της ποιότητας.

Παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος στο τεχνολογικό περιεχόμενο και την ποιότητα –και άρα την αξία- των εξαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, η χώρα δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει brand names, με πιθανές εξαιρέσεις τον τουρισμό και τις τραπεζικές υπηρεσίες.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εξαγωγές της χώρας να ανταγωνίζονται σχεδόν αποκλειστικά με όρους ελάχιστου κόστους και όχι με όρους ποιότητας.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια οι εξαγωγές προϊόντων «υψηλής τεχνολογίας» (κυρίως χημικά, ηλεκτρικές συσκευές, εξοπλισμός γραφείου και τηλεπικοινωνιών) έχουν υπερδιπλασιαστεί κι έχουν ξεπεράσει το 10% των συνολικών εξαγωγών προϊόντων.

Ωστόσο, το θετικό αυτό γεγονός μετριάζεται αν αναλογιστεί κανείς ότι σε μεγάλο ποσοστό αυτές οι εξαγωγές είναι συναρμολόγηση εισαγόμενων ενδιάμεσων αγαθών κι επανεξαγωγή τους σε χώρες των Βαλκανίων. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική προστιθέμενη αξία είναι σχετικά μικρή διότι τα προϊόντα δεν ενσωματώνουν αρκετή εγχώρια τεχνογνωσία.

Είναι σαφές λοιπόν ότι η ανταγωνιστικότητα ποιότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, και δη αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια, είναι μία κρίσιμη παράμετρος στο ενοποιημένο Ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Μεσο-μακροπρόθεσμα, η βελτίωση των προοπτικών και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομομίας εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την στροφή προς προϊόντα και υπηρεσίες με χαρακτηριστικά ποιότητας και πραγματικής τεχνολογικής πρωτοπορίας.

Αφενός, διότι η παγκόσμια ζήτηση για τέτοια προϊόντα αυξάνεται πολύ ταχύτερα από των υπολοίπων.

Αφετέρου, διότι η Ελλάδα δεν είναι και δεν θα πρέπει να είναι μια χώρα χαμηλού κόστους εργασίας. Μία Ευρωπαϊκή χώρα, μέλος της ΟΝΕ, δεν μπορεί να έχει μοντέλο εξειδίκευσης της παραγωγής παρόμοιο με αυτό της Ινδονησίας ή των Βαλκανικών κρατών.

Αν μη τι άλλο, πάντα θα βρίσκονται αναπτυσσόμενες χώρες που θα έχουν χαμηλότερο κόστος εργασίας. Αυτή η διελκυστίνδα πλήττει ανεπανόρθωτα το κοινωνικό μοντέλο, την σημαντικότερη κατάκτηση της Ευρώπης, παρά εξασφαλίζει ανταγωνιστικότητα.
Συνεπώς, η προσωρινή άνθηση η οποία βασίστηκε στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών μεσαίας και χαμηλής τεχνολογίας, η οποία με τη σειρά της βασίστηκε στην αθρόα εισαγωγή μεταναστών χαμηλών προσόντων, είναι παραπλανητική και άρα επιβλαβής.

Η ελληνική οικονομία επιβάλλεται να κάνει το άλμα προς την ποιότητα. Διαφορετικά είναι ζήτημα χρόνου να αρχίσει να χάνει σημαντικά μερίδια αγορών ακόμη και από χώρες που φαινομενικά αποτελούν προνομιακό χώρο επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, όπως για παράδειγμα οι γειτονικές βαλκανικές χώρες.

Θα ήθελα εδώ να πω δυο λόγια για τα Βαλκάνια, μια ευρύτερη γεωγραφική και οικονομική ζώνη που αποτελεί για τη χώρα μας μια σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία, όμως υπό προϋποθέσεις.

Γιατί αυτό; Διότι μπορεί μεν η διάσωση ενός υγιούς ρυθμού ανόδου των εξαγωγών τα τελευταία χρόνια να συμπίπτει και σε μεγάλο βαθμό να οφείλεται στη μετατόπιση των αγορών-στόχων προς τη Νοτιονατολική Ευρώπη, ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι το μερίδιο προϊόντων έντασης εργασίας και φυσικών πόρων αρχίζει να μειώνεται πλέον και στις εξαγωγές προς αυτές τις χώρες.

Εάν η στροφή προς την καινοτομία και τη γνώση δεν πραγματοποιηθεί, ούτε αυτές οι αγορές αποτελούν σανίδα σωτηρίας.

Για να συμβεί βεβαίως αυτό, θα πρέπει η κυβέρνηση της ΝΔ να αλλάξει άρδην την οπτική της απέναντι στο ζήτημα της περιφερειακής ανάπτυξης. Η αναπτυξιακή πολιτική δεν είναι ένα «αναγκαίο κακό», όπως αντιμετωπίζεται πολύ συχνά από συντηρητικές κυβερνήσεις, και δυστυχώς και από τη ΝΔ.

Αντιθέτως μια σοβαρή και σωστά στοχοθετημένη αναπτυξιακή πολιτική για την περιφέρεια, μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Η περιφερειακή διάσταση της αναπτυξιακής πολιτικής θα πρέπει να αποκτήσει ειδικό βάρος αντίθετα με την τρέχουσα πρακτική.

Ας δούμε για παράδειγμα πόσα βήματα μπροστά βρίσκονται άλλες ευρωπαϊκές χώρες στον τομέα αυτόν. Η Μ. Βρετανία παράδειγμα διαθέτει Αυτόνομη Αρχή Περιφερειακής Ανάπτυξης η οποία σχεδιάζει αναπτυξιακές στρατηγικές για κάθε περιφέρεια της χώρας σε βάθος 10ετίας με ανανεούμενα 4 επιχειρησιακά προγράμματα.

Εδώ δυστυχώς είμαστε ακόμα στο στάδιο όπου πρώτα εξασφαλίζουμε τα χρήματα, και στη συνέχεια τρέχουμε να δούμε πως θα απορροφήσουμε τους διαθέσιμους πόρους.

Αυτό το «αναπτυξιακό μοντέλλο» δεν είναι συμβατό με την προοπτική ενός δυναμικού βιομηχανικού τομέα που τροφοδοτεί τη διαδικασία της περιφερειακής ανάπτυξης.

Η βραχυπρόθεσμη οικονομική διαχείριση και οι ευκαιριακές πρόσοδοι πρέπει επιτέλους στην Ελλάδα του 2008 να πάψουν να αποτελούν τον κανόνα. Για να συμβεί όμως αυτό απαιτείται μια πραγματική επανάσταση στη χώρα μας. Το business as usual στη βαλκανική του εκδοχή δε μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Και γι’ αυτό χρειάζονται γενναίες αλλαγές και από εμάς, αναφέρομαι στην πολιτική τάξη, αλλά και από εσάς, τους επιχειρηματίες.

Case study: AΠΕ, μια χαμένη αναπτυξιακή ευκαιρία για την περιφέρεια;

Επειδή δε μου αρέσει όμως να μιλάω θεωρητικά, θα ήθελα να σας δώσω ένα συγκεκριμένα παράδειγμα για το πώς εννοώ αυτή τη ριζική αλλαγή νοοτροπίας και λογικής γύρω από ένα πρόσφορο για την ελληνική περιφέρεια πεδίο επιχειρηματικής δραστηριοποίησης. Αυτό των ΑΠΕ.

Η χώρα μας έχει την τύχη να έχει πρόσβαση σε ανεξάντλητους φυσικούς πόρους με τη μορφή αιολικής, ηλιακής αλλά και γεωθερμικής ενεργείας. Ταυτόχρονα, έχει και μια εσωτερική αγορά που έχει αποδείξει ότι ξέρει να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες όταν αυτές είναι πραγματικά συμφέρουσες, όπως το έκανε τη δεκαετία του ’80 με τους ηλιακούς θερμοσίφωνες.

Ταυτόχρονα οι αναπτυξιακές προοπτικές του τομέα των ΑΠΕ είναι εξαιρετικά ελκυστικές. Ο τομέας των πράσινων τεχνολογιών είναι ένας από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους στην παγκόσμια οικονομία. Εκτιμάται ότι η ηλιακή ενέργεια μέσα στην επόμενη δεκαετία θα συγκροτήσει μια αγορά αξίας $69 δισ. (το 2007 είχε αξία $16 δισ.) και η αιολική ενέργεια μια αγορά αξίας $61 δισ. (το 2007 είχε αξία $18 δισ.).

Η Ευρώπη αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά αιολικής ενέργειας στον κόσμο καλύπτοντας το 75% της δυναμικότητας της παγκόσμιας αγοράς. Η αγορά αιολικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 32% το έτος που μας πέρασε. Επτά από τις 10 μεγαλύτερες επενδύσεις σε αιολική ενέργεια βρίσκονται στην Ευρώπη (Γερμανία, Ισπανία, Δανία, Ιταλία, Ην. Βασίλειο, Πορτογαλία, Γαλλία). Μέσα σε μία εικοσαετία, με τη βοήθεια της τεχνολογικής προόδου, η ηλεκτροπαραγωγή από ανεμογεννήτριες εκατονταπλασιάστηκε και το κόστος μειώθηκε κατά 50%.

Θα μπορούσε λοιπόν η Ελλάδα να μεταμορφωθεί στη silicon valley των ΑΠΕ; Θεωρώ πως πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Οι φυσικοί πόροι δεν αρκούν από μόνοι τους. Όπως δεν αρκεί και η ζήτηση από την εσωτερική αγορά για να καλύψει το έλλειμμα δημοσίων πολιτικών. Και δυστυχώς σε αυτόν τον τομέα παρατηρείται ένα τεράστιο έλλειμμα τη στιγμή που θα μπορούσαμε να είμαστε πρωτοπόροι.

Η παρούσα κατάσταση των ΑΠΕ στη χώρα μας είναι απογοητευτική. Μέσα σε ολόκληρο το 2007 εγκαταστήσαμε μόνο 125 MW αιολικών πάρκων, όταν στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα στην Ισπανία εγκαταστάθηκαν 3.522 MW. Με τους σημερινούς ρυθμούς εγκατάστασης αιολικών πάρκων στη χώρα μας θα χρειαστούμε πάνω από 50 χρόνια για να φθάσουμε το δεσμευτικό μας στόχο του 2020. Ταυτόχρονα, από την 6η θέση παγκοσμίως στην αιολική ενέργεια, που κατείχαμε στις αρχές του 2004, κατρακυλήσαμε στη 13η θέση, και από την 8η θέση παγκοσμίως συνολικά στις ΑΠΕ, στη 14η (όσον αφορά τις αναπτυξιακές προοπτικές των ΑΠΕ).

Όταν αδυνατούμε να κατακτήσουμε την εσωτερική αγορά πως θα καταφέρουμε να επεκταθούμε σε άλλες αγορές; Ο τομέας των ΑΠΕ δεν χρειάζεται την προστασία του κράτους. Αυτό που χρειάζεται είναι η εξασφάλιση ενός εύρυθμου ρυθμιστικού και κανονιστικού πλαισίου έτσι ώστε να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που δημιουργούνται.

Ειδικότερα αποτελεί επιτακτική ανάγκη σήμερα η θεσμοθέτηση του ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για έργα ΑΠΕ. Το Ειδικό αυτό Πλαίσιο θα πρέπει να αποτελεί ένα εύχρηστο εργαλείο, το οποίο με ρεαλιστικά κριτήρια και συναφή διαγράμματα θα περιγράφει τα της χωροθέτησης των ΑΠΕ, και κυρίως τις περιοχές εκείνες στις οποίες ΔΕΝ θα επιτρέπεται η εγκατάσταση έργων ΑΠΕ.

Ταυτόχρονα, απαιτείται η αναδιοργάνωση του ρυθμιστικού πλαισίου αδειοδότησης έτσι ώστε να απλοποιηθεί η σημερινή δαιδαλώδης διαδικασία. Καθοριστική συμβολή στην απλοποίηση της διαδικασίας θα μπορούσε να έχει η ίδρυση και λειτουργία στην έδρα κάθε Περιφέρειας ενός φορέα αδειοδότησης έργων ΑΠΕ, εν είδει ενεργειακού ΚΕΠ.

Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση για την οποιαδήποτε περαιτέρω προώθηση των ΑΠΕ στη χώρα μας είναι η άμεση υλοποίηση των αναγκαίων έργων υποδομής, και κυρίως η ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων, τα οποία αδυνατούν σήμερα να απορροφήσουν την ενέργεια που παράγεται.

Τέλος θα πρέπει να δοθούν ισχυρά κίνητρα, προς τρεις στρατηγικής προτεραιότητας κατευθύνσεις: α) την ίδρυση μονάδων παραγωγής εξοπλισμού ΑΠΕ (ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά panels, κ.α. β) την έρευνα και ανάπτυξη εγχώριας τεχνολογίας ΑΠΕ, ιδιαίτερα μέσω συμπράξεων ΑΕΙ/ΤΕΙ με ελληνικές βιομηχανίες, και γ) την υλοποίηση εμπορικών εφαρμογών ΑΠΕ αυξημένης τοπικής σημασίας, όπως υβριδικών συστημάτων ΑΠΕ για την ηλεκτροδότηση μικρών νησιών.

Με αυτές τις απλές κινήσεις η ελληνική πολιτεία σε συνεργασία με τους δραστήριους και υγιείς επιχειρηματίες θα μπορούσε να διαμορφώσει μια νέα αγορά και μια νέα εμπορευματική δυναμική. Αντ’ αυτού βλέπουμε επί 4 χρόνια τώρα μια κυβέρνηση απολύτως ανίκανη να χειριστεί αυτόν τον ελπιδοφόρο για την περιφέρεια αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος τομέα οικονομικής ανάπτυξης.

Συντήρηση ή αλλαγή ενός στρεβλού μοντέλο ανάπτυξης;

Προσπάθησα μέσα από τη σημερινή μου ομιλία να σας δώσω μια όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική αποτίμηση της σημερινής κατάστασης που εγώ βλέπω να διαμορφώνεται γύρω από τις προοπτικές και τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και της περιφερειακής ανάπτυξης.

Γνωρίζω ότι τα περισσότερα από σας παρουσίασα συνθέτουν μια απογοητευτική και μελαγχολική εικόνα για τις επιδόσεις της χώρας μας στον τομέα της Ανάπτυξης, της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών, της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και της προστασίας του εισοδήματος του πολίτη.

Τα πράγματα δεν πάνε καλά για τη χώρα, κι όποιος κρύβει ή εξωραϊζει αυτή την πραγματικότητα είναι αφελής ή ψεύτης.

Από την ανασκόπηση της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας προκύπτουν 5 βασικές προτεραιότητες αναπτυξιακής πολιτικής για την Ελληνική οικονομία. Η οικονομική πολιτική λοιπόν σήμερα έχει μπροστά της 5 σημαντικές προκλήσεις:

1. Να εξαλείψουμε τη διαφορά πληθωρισμού από το μ.ο. της Ευρωζώνης με καταπολέμηση των ολιγοπωλιακών καταστάσεων και των ακαμψιών σε όλες τις αγορές, αποτελεσματική ρύθμιση των υφιστάμενων αγορών και διαμόρφωση αγορών σε νέες κατηγορίες παραγωγικών δραστηριοτήτων (νέες τεχνολογίες, ενέργεια, μεταφορές).
2. Να αντιμετωπίσουμε δυναμικά τη χαμηλή απόδοση του ανθρώπινου κεφαλαίου με μέτρα εκπαιδευτικής πολιτικής και συμπληρωματικές επενδύσεις στην αγορά εργασίας.
3. Να βελτιώσουμε την ποιότητα των επενδύσεων με έμφαση στην τοπική-περιφερειακή ανάπτυξη.
4. Να συμβάλουμε στην αναπτυξιακή αναδιάρθρωση στα αστικά κέντρα με προτεραιότητα στη διάχυση εφαρμογών πληροφορικής, την ποιότητα ζωής και τις ανάγκες των νοικοκυριών χαμηλού και μέσου εισοδήματος.
5. Να τονώσουμε την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας με στοχευμένο κλαδικό προσανατολισμό και ανάδειξη των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο παραγωγικός τομέας της οικονομίας.

Κοινός στρατηγικός προσανατολισμός των 5 προτεραιοτήτων είναι η ενίσχυση παραγωγικών δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στη μακροχρόνια βιωσιμότητα της ανάπτυξης, προσδίδουν δυναμισμό και κινητικότητα στην οικονομία και περιορίζουν σταδιακά την «υπόγεια» οικονομία.

Ειδικότερα για τη Βόρειο Ελλάδα:

1. Ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού και της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων. Υιοθέτηση μέτρων πολιτικής, με εσωτερική συνοχή και χρονική κλιμάκωση, που δεν καταργούν τον ανταγωνισμό αλλά οδηγούν σε απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα βελτίωσης της παραγωγικότητας, αύξησης των εξαγωγών και ενίσχυσης της καινοτομικής δραστηριότητας.

2. Δημόσιες επενδύσεις και μέτρα πολιτικής που ενισχύουν την παράλληλη και συμπληρωματική δραστηριοποίηση βιομηχανίας και υπηρεσιών σε εξαγωγικές αγορές (ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων).

3. Δικτύωση επιχειρήσεων και επαγγελματικών ομάδων με την ανάπτυξη υποδομών στα πλαίσια της περιφερειακής ολοκλήρωσης στα Βαλκάνια. Καθοριστικό κριτήριο η προστιθέμενη αξία σε δυναμικές επιχειρηματικές δραστηριότητες.

4. Έμφαση στην τοπική ανάπτυξη (πρωτογενής τομέας, τουρισμός) με την ανάδειξη της επιχειρηματικότητας και της δικτύωσης των τοπικών κοινωνιών και στοχευμένες παρεμβάσεις στις τοπικές αγορές εργασίας.

5. Ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του ρυθμιστικού πλαισίου των αγορών (με άμεση προτεραιότητα το παραεμπόριο) και ανάπτυξη νέων αγορών (ενέργεια, υπηρεσίες διακίνησης εμπορευμάτων, πληροφορική και επικοινωνίες).

Κορωνίδα όμως των διαρθρωτικών αλλαγών είναι η στροφή προς την καινοτομία και τη γνώση για την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό όμως απαιτεί γενναία ενίσχυση των κονδυλίων για έρευνα και τεχνολογία, ανάπτυξη καινοτόμων μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής, έρευνα αγοράς, αποτελεσματική ρύθμιση και υποστήριξη των αγορών από μία στιβαρή δημόσια διοίκηση. Όλα αυτά συνιστούν μία δραστική αλλαγή της παραγωγικής κουλτούρας όλων μας. Κι αυτή η αλλαγή αποτελεί συνθήκη επιβίωσης για τη χώρα μας.

Στην ίδια κατηγορία