Από την κρίση στην ανάκαμψη

Ημερομηνία: Κυριακή 2, Νοέμβριος 2008 | Print | Στην κατηγορία:

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής με αφορμή τη διεθνή κρίση και το πακέτο στήριξης της κυβέρνησης προς τις τράπεζες

Εδώ και 12 μήνες η ελληνική οικονομία βιώνει με δραματικό τρόπο τις συνέπειες μιας διπλής οικονομικής κρίσης. Καταρχάς, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που αρχικά έκανε την εμφάνισή της με την έκρηξη των διεθνών τιμών των τροφίμων, των πρώτων υλών και του πετρελαίου, και τώρα πλέον με την κατάρρευση του χρηματοοικονομικού συστήματος που φέρνει τον πλανήτη στα πρόθυρα μιας παρατεταμένης και βαθιάς ύφεσης.

Ας μη γελιόμαστε. Η ύφεση, χτυπάει σήμερα την πόρτα και της Ελλάδας. Ήδη, διεθνείς αναλυτές και οργανισμοί εκτιμούν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα μειωθεί σε ένα επίπεδο της τάξης του 1% με 2%, γεγονός που θα έχει άμεσες συνέπειες στην απασχόληση, στο εισόδημα, στα δημόσια οικονομικά και στον προϋπολογισμό (ήδη κατατίθεται νέο προσχέδιο), ακόμα και τη βιωσιμότητα δεκάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Ανεξάρτητα όμως από το τι συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο, η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα υπέφερε από την ασθένεια της «αντι-μεταρρύθμισης» και την κρίση που αυτή συνεπάγεται πολύ καιρό πριν μας χτυπήσει την πόρτα το παγκόσμιο οικονομικό τσουνάμι.

Η ακρίβεια και η εκτίναξη του πληθωρισμού στα επίπεδα του 1998 καθ’ όλο το περασμένο έτος, δεν ήταν παρά μια ένδειξη του γεγονότος ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, όχι μόνο δεν αντιμετώπισε καίρια διαρθρωτικά προβλήματα της εθνικής οικονομίας, αλλά ορισμένα τα επιδείνωσε κιόλας. Η αρνητική αυτή εξέλιξη αποτυπώνεται σε μια σειρά από άλλα κρίσιμα μεγέθη. Τη διαρκή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, από την 35η θέση το 2003 στην 67η το 2008, τη δημοσιονομική αποτυχία της κυβέρνησης, που οδηγεί σε κατάρρευση τη φερεγγυότητα της χώρας και μας καθιστά μοναδική οικονομία στην ευρωζώνη με υπερβολικό έλλειμμα, την έκρηξη στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που πλέον έφτασε το 15% του ΑΕΠ, απαράδεκτο για χώρα που βρίσκεται σε καιρό ειρήνης.

Σα να μην έφταναν όλα αυτά, κινδυνεύουμε επίσης να πληρώσουμε την ανικανότητα της κυβέρνησης να αντιδράσει έγκαιρα και εύστοχα στις προκλήσεις που θέτει το έλλειμμα ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα. Το «τραπεζικό πακέτο», ακόμα και μετά τον εξωραϊσμό που υπέστη την περασμένη Πέμπτη με στόχο την περικοπή των σκανδαλωδώς υψηλών απολαβών των “golden boys”, παραμένει ουσιαστικά αδιόρθωτο.

Πρώτον, συνεχίζει να παράσχει δημόσιο χρήμα στις τράπεζες χωρίς να εξασφαλίζει τον ανάλογο και επιθυμητό σ’ αυτή τη φάση έλεγχο και εποπτεία του δημοσίου πάνω στο τραπεζικό σύστημα.

Δεύτερον, δεν διασφαλίζει την απρόσκοπτη ροή χρήματος προς την πραγματική οικονομία, διότι δε θέτει ποσοτικούς και δεσμευτικούς στόχους ως προς τον ρυθμό επέκτασης του τραπεζικού δανεισμού το 2009, όπως έκαναν τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη.

Τρίτον, δεν εξασφαλίζει ότι τράπεζες και μεγαλομέτοχοι θα συμμετάσχουν με ίδια κεφάλαια στην κρατική εγγύηση, κατ’ αντιστοιχία με την απόφαση της έκτακτης Συνόδου Κορυφής του Οκτωβρίου και της οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τέταρτον, δημιουργεί συνθήκες αδιαφάνειας και συσκότισης ως προς τον πραγματικό βάθος του εγχώριου τραπεζικού προβλήματος, δεδομένου ότι με έναν εξωθεσμικό τρόπο, τη συμφωνία κυρίων, επιβάλλεται η υποχρεωτική κρατική στήριξη σε όλες ανεξαιρέτως τις τράπεζες.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εύλογα γίνεται λόγος από πλευράς ΠΑΣΟΚ για κατάχρηση της κρατικής ενίσχυσης προς τις τράπεζες και παραβίαση των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΕ.
Τι μπορεί να γίνει;

Απαιτείται, εδώ και τώρα, ένα συνολικό πακέτο στήριξης της πραγματικής οικονομίας και όχι επιδοματικού τύπου μπαλώματα που λοξοκοιτούν προς τις δημοσκοπήσεις. Αυτό συμπεριλαμβάνει την κατάργηση της συμφωνίας κυρίων του Υπουργείου Οικονομίας με τις τράπεζες, τη λελογισμένη αγορά τραπεζικών μετοχών από το κράτος, τη διασφάλιση της συνεχούς ροής του δανεισμού προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, την ενίσχυση του συστήματος εγγυοδοσίας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και την ελάφρυνση της φορολογικής τους επιβάρυνσης.

Πάνω απ’ όλα, όμως, απαιτείται απευθείας ενίσχυση της οικονομίας με ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που θα αφορά τόσο τη συνέχιση της δημιουργίας υποδομών στη χώρα, όσο κυρίως την ανάπτυξη μιας νέας βιομηχανίας αιχμής, συγκεκριμένα της ενεργειακής και περιβαλλοντικής, μέσα από τη δημιουργία ενός σύγχρονου ενεργειακού σχεδιασμού και την προώθηση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για στήριξη της πράσινης ανάπτυξης.

Όσο κι αν πολλοί δε θέλουν να το συνειδητοποιήσουν, αυτό προτείνει σήμερα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέδιο που κατέθεσε πριν από μερικές μέρες για την τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. «Κάντε επενδύσεις σε ενέργεια και περιβάλλον, μη δίνετε παροχές». Ας βάλουμε λοιπόν το μυαλό μας να σκεφτεί. Η κρίση παρέχει μια μεγάλη ευκαιρία, όχι απλώς για ανάκαμψη, αλλά για εθνική ανάπτυξη σε ένα ριζικά διαφορετικό διεθνές πολιτικοοικονομικό τοπίο.

Στην ίδια κατηγορία