Υποχείριο του ΥΠΑΝ η Επιτροπή Ανταγωνισμού με τις νέες ρυθμίσεις
Δήλωση με αφορμή τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για τις αλλαγές στη δομή και λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού
Με τις χθεσινές της ανακοινώσεις για την δεύτερη – μέσα σε 4 χρόνια – αναδιοργάνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η κυβέρνηση ομολογεί κυνικά την πλήρη αποτυχία της στον πόλεμο κατά των καρτέλ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι ουραγός, στις σχετικές αξιολογήσεις, μεταξύ των αντίστοιχων εθνικών αρχών της Ε.Ε., ως προς την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα του έργου της αλλά και την ποιότητα των αποφάσεών της.
Ο Υπουργός Ανάπτυξης λοιπόν με το νέο νόμο που εισηγείται, «αδειάζει» για άλλη μια φορά τους προκατόχους του, αναγνωρίζοντας τα μηδενικά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής από το 2004 μέχρι σήμερα σε 3 κρίσιμους τομείς που σχετίζονται με τη λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού:
1) στην πάταξη των ολιγοπωλιακών πρακτικών και των άπληστων καρτέλ που λυμαίνονται την ελληνική αγορά
2) στη βελτίωση των συνθηκών ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά
3) στην προστασία των καταναλωτών και του οικογενειακού εισοδήματος από την ακρίβεια
Ακόμη κι αυτή η παραδοχή αποτυχίας θα ήταν ωστόσο ελπιδοφόρα, έστω και σήμερα, με μία όμως προϋπόθεση: να είχε κομίσει ο αρμόδιος Υπουργός στο τραπέζι των διαβουλεύσεων, ρυθμίσεις που θα στόχευαν στην ενίσχυση της αυτοτέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού και την προαγωγή του σημαντικού έργου που καλείται να επιτελέσει σε μια εξαιρετικά καρτελοποιημένη αγορά, όπως είναι η Ελληνική.
Δυστυχώς με το πυροτέχνημα της «αυστηροποίησης» των προβλεπόμενων ποινών, η κυβέρνηση επιλέγει και εδώ το «κουκούλωμα» των σοβαρών προβλημάτων α) ανταγωνισμού που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά και β) εσωτερικής λειτουργίας που εντοπίζονται στην ίδια την Επιτροπή.
Κόντρα στις διεθνείς επιταγές τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της παράδοσης άλλων χωρών που διαθέτουν Ρυθμιστικές Αρχές εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα, η κυβέρνηση δεν λαμβάνει κανένα μέτρο για το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της Επιτροπής: για την ουσιαστική και αναγκαία δηλαδή αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της από παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Μερικά παραδείγματα εδώ είναι χρήσιμα:
Α) Θα περιμέναμε, για παράδειγμα εφόσον η κυβέρνηση εμφανίζεται να «κόπτεται» για την αναβάθμιση της Επιτροπής, στο κρίσιμο ζήτημα της στελέχωσής της, και σαν αντίβαρο στον προκλητικό και αναίτιο αποκλεισμό όλων των θεσμικών φορέων (ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ), οι προτάσεις να προέβλεπαν τουλάχιστον την ενδυνάμωση του ρόλου της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Αντιθέτως η κυβέρνηση επιφυλάσσει και εδώ έναν «διακοσμητικό» ρόλο για την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, καθώς επιθυμεί προφανώς μια Επιτροπή Ανταγωνισμού απολύτως χειραγωγούμενη από τον Υπουργό Ανάπτυξης, υπό την κηδεμονία κομματικών και άλλων συμφερόντων, χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία ως προς τα πρόσωπα που επιλέγονται για τη στελέχωσή της.
Β) Είναι ανήκουστο, για μια χώρα και μια αγορά με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας, να αποκλείεται με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο από τη σύνθεση της Επιτροπής η συμμετοχή των θεσμικών φορέων της αγοράς, όπως επίσης να απουσιάζει η καταναλωτική διάσταση από τη νέα δομή της Επιτροπής. Καταναλωτές και επιχειρήσεις, οι δύο βασικοί πυλώνες δηλαδή της αγοράς, επιβάλλεται να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων της Επιτροπής.
Γ) Διαπράττει ένα εγκληματικό λάθος η κυβέρνηση, και γι’ αυτό βρίσκεται σε απόλυτη απόκλιση με όσα εφαρμόζει για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού, με το να ταυτίζει τους εισηγητές των αποφάσεων με τα τελικά γνωμοδοτικά όργανα. Κάθε σύγχρονη Ρυθμιστική Αρχή οφείλει να διαθέτει ένα αξιόπιστο και σύγχρονο σύστημα εσωτερικού ελέγχου της ποιότητας και της ορθότητας των αποφάσεων. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζεται όταν ταυτίζεις τον εισηγητή με αυτόν που λαμβάνει και την τελική απόφαση για μια υπόθεση.
Δ) Τέλος δεν λαμβάνει κανένα μέτρο για σοβαρά διαρθρωτικά ελλείμματα του ελληνικού ρυθμιστικού περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα την αδικαιολόγητη απουσία ενός Ειδικού Εφετείου για προσφυγές υποθέσεων Ανταγωνισμού, την από χρόνια εκκρεμή αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων Ρυθμιστικών Αρχών με επικαλυπτόμενους ρόλους (ΕΠΑΝ, ΡΑΕ, ΕΕΤΤ), την αναγκαία δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Αρχής Μονοπωλίων, τη διασύνδεση της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή με την Επιτροπή.
Το ΠΑΣΟΚ θα επανέλθει τόσο κατά τη διαδικασία της διαβούλευσης με τους εμπλεκόμενους φορείς όσο και κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, με ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων που θα στοχεύουν στην πραγματική ενίσχυση και αναβάθμιση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί πως οφείλει να πάψει επιτέλους να χειραγωγεί τη σημαντική αυτή Ρυθμιστική Αρχή. Ο πόλεμος κατά των καρτέλ και της ακρίβειας έχει ανάγκη από μια αξιόμαχη, ανεξάρτητη και σύγχρονη Επιτροπή Ανταγωνισμού, όχι από ένα υποχείριο του εκάστοτε Υπουργού Ανάπτυξης.
Θα ήθελα επίσης να κάνω και μια σύντομη δήλωση για την ΔΕΗ.
Αστρονομικές ζημίες για τη ΔΕΗ
Τις πρώτες ετήσιες ζημιές της από τότε που εισήχθη στο χρηματιστήριο πριν από οκτώ έτη παρουσίασε η ΔΕΗ φέτος που έφτασαν το πόσο των 305,9 εκατ. ευρώ.
Τη στιγμή δηλαδή που ο Έλληνας καταναλωτής επιβαρύνθηκε τα τελευταία χρόνια με αυξήσεις 25% στα τιμολόγια (από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη), η ΔΕΗ ακριβώς λόγω της κυβερνητικής κακοδιαχείρισης καταφέρνει να παρουσιάζει αστρονομικές ζημίες.
Πρόκειται για μια ακόμη αρνητική εξέλιξη για την μεγαλύτερη Ελληνική εταιρεία. Η ΔΕΗ που θα έπρεπε να είναι κανονικά, και λόγω μεγέθους αλλά και λόγω αντικειμένου, «εθνικός πρωταθλητής» εξελίσσεται σταδιακά σε μια προβληματική δημόσια επιχείρηση νέας κοπής.
Πως είναι δυνατών μια εταιρεία με σχεδόν μονοπωλιακά χαρακτηριστικά στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφει τόσο μεγάλες ζημίες;
Η εμπορική απαξίωση στην οποία οδηγείται η εταιρία λόγω της πολιτικής της ΝΔ είναι εμφανής και στην πρόσφατη απόφαση μεγάλων πελατών να επιλέξουν ιδιωτικούς πάροχους ηλεκτρικής ενέργειας. Η ΔΕΗ πλέον θα αντιμετωπίζει αθέμιτο ανταγωνισμό από μικρές ιδιωτικές εταιρίες που δεν επιβαρύνονται με το κόστος του πολυσήμαντου κοινωνικό έργου που εκτελεί σήμερα η επιχείρηση (αγροτικό τιμολόγιο κλπ).
Δυστυχώς το συμπέρασμα είναι προφανές για όλους μας: το δημόσιο συμφέρον δεν εξασφαλίζεται από το στρεβλό και αδέξιο άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας που έχει σχεδιάσει και υλοποιεί η κυβέρνηση της ΝΔ.
Η ανησυχία για τις μελλοντικές προοπτικές της ΔΕΗ αποτυπώνεται και στην πρόσφατη υποβάθμισή της από την Standard & Poor’s. Υπενθυμίζω ότι η S&P αναθεώρησε προς τα κάτω τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική κατάταξη της ΔΕΗ διατηρώντας σταθερή την προοπτική της εταιρείας.
Η S&P υποβάθμισε την αξιολόγηση της ΔΕΗ σε ΒΒΒ- από ΒΒΒ, αντανακλώντας έτσι την αβεβαιότητα όσον αφορά τη δυνατότητα κερδοφορίας της εταιρείας.
Στην έκθεσή της, η S&P επισημαίνει ότι παρά την πρόσφατη και σημαντική βελτίωση της ρευστότητας της ΔΕΗ, η χρηματοδότηση του επενδυτικού της σχεδίου πέραν του 2009 δεν έχει ακόμη εξασφαλισθεί στο σύνολό της.
Στα σκαριά συνεργασία με ιδιώτες;
Και την στιγμή που συμβαίνουν όλα αυτά το ΥΠΑΝ έχει έτοιμη τη λύση. Μόλις πριν από μια εβδομάδα ο υπουργός Ανάπτυξης κάλεσε την ΔΕΗ και τους ιδιώτες επενδύτες στον τομέα της ενέργειας να συνεργαστούν για την προώθηση κοινών επενδύσεων.
Οφείλω να σημειώσω εδώ την έντονη ανησυχία μου. Εμείς στο ΠΑΣΟΚ δεν είμαστε κατ’ αρχήν αντίθετοι στη συνεργασία των ΔΕΚΟ με ιδιώτες. Αυτό άλλωστε συνέβαινε στο παρελθόν και εξακολουθεί να συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Μας ανησυχούν όμως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες θα προκύψουν οι συγκεκριμένες συνεργασίες.
Πολύ φοβάμαι ότι σήμερα η ΔΕΗ οδηγείται στην συνειδητή εμπορική απαξίωση με σκοπό την δημιουργία τεχνητών αδιέξοδων στα οποία θα κληθούν να δώσουν «λύση» οι ιδιώτες επενδύτες.
Το ΠΑΣΟΚ θα παραμείνει σε κατάσταση επαγρύπνησης για να αποτρέψει τέτοια φαινόμενα. Προειδοποιούμε δε, και όσους είναι διατεθειμένοι να συμμετάσχουν σε τέτοιες λογικές καταλήστευσης του εθνικού πλούτου ότι θα μας βρουν απέναντι τους.



