Το show της σκανδαλολογίας και η αναζήτηση των πραγματικών πολιτικών ευθυνών
Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής
Θεωρώ περιττό και υποκριτικό να επιχειρηματολογήσω για τα αδιέξοδα που έχει πλέον συσσωρεύσει στη δημόσια ζωή του τόπου το ισχύον νομικό πλαίσιο για την ποινική ευθύνη υπουργών.
Πρόκειται για μια συλλογική αποτυχία του πολιτικού μας συστήματος με πολλαπλές δηλητηριώδεις συνέπειες σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής: de facto ακαταδίωκτο υπουργών και υφυπουργών, κατάλυση της ισονομίας και των κανόνων δικαίου που ισχύουν για τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες, αδιάκοπη σκανδαλολογία χωρίς ποτέ να διασφαλίζεται η τελική απόδοση ευθυνών, μπλοκάρισμα του κυβερνητικού έργου, καθολική απαξίωση της Πολιτικής, διάχυση της διαφθοράς «προς τα κάτω» και αποστασιοποίηση του εκλογικού σώματος.
Μόνος κερδισμένος από αυτή την υπόθεση, τα «άκρα» του πολιτικού συστήματος. Μόνιμα χαμένη η χώρα.
Είναι ανεύθυνο, λαϊκίστικο και επικίνδυνο ωστόσο να υποστηρίζει κανείς ότι το σημερινό αδιέξοδο είναι προϊόν ενός και μόνου παράγοντα: της βούλησης δηλαδή του πολιτικού κόσμου να παρέχει «αμνήστευση» στα πολιτικά πρόσωπα από τις ευθύνες τους. Μια σωστή ανάλυση πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον που προσδιόρισε και τελικά διαμόρφωσε το σημερινό νομοθετικό πλαίσιο.
Πάνε 20 χρόνια πλέον από την εποχή που η Ελλάδα βίωσε το σοκ της άνευ όρων και ορίων ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής του τόπου. Το «βρώμικο ‘89» ήταν αναμφίβολα μια σκοτεινή περίοδος στην πρόσφατη πολιτική μας ιστορία. Άφησε ωστόσο δυσανάλογα βαθιά σημάδια στη συλλογική πολιτική μνήμη όπως και στο ανεπαρκές νομικό κεκτημένο που δημιουργήσαμε στη συνέχεια για την αντιμετώπιση της πολιτικής διαφθοράς.
Ακριβώς στον απόηχο εκείνης της εποχής, τα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξε μια «υπεραντίδραση» του πολιτικού κόσμου στους τρόπους που αναζήτησε για να θωρακίσει την πολιτική ομαλότητα του τόπου από αντίστοιχες ακραίες μεθοδεύσεις. Υπεραντίδραση που δυστυχώς βρήκε και συνταγματική κατοχύρωση στην Αναθεώρηση του 2001 μέσα από τις προβληματικές διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος.
Εδώ υπάρχει βεβαίως ένας σοβαρός κίνδυνος η σημερινή συζήτηση να παρεκτραπεί σε λάθος μονοπάτια. Έχει ήδη γίνει από τον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος μίλησε για συλλήβδην κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, προφανώς σε αναντιστοιχία με την κυβέρνησή του που ουδόλως είχε ενδιαφερθεί να προτείνει για αναθεώρηση το επίμαχο άρθρο 86 του Συντάγματος. Γίνεται επίσης κατά κόρον από τα μικρότερα κόμματα, όπως ο ΣΥΝ, που ζητούν παραπομπή όλων αδιακρίτως των υποθέσεων στη Δικαιοσύνη σε απόκλιση από το πνεύμα του Συντάγματος.
Ας μην χάνουμε το μέτρο. Η πρόβλεψη ειδικού νομικού καθεστώτος για τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών σε μέλη της κυβέρνησης αποτελεί κοινό γνώρισμα όλων των σύγχρονων δημοκρατιών. Και λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση για την προστασία των φορέων του υπουργικού αξιώματος, προκειμένου αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν τα καθήκοντά τους χάριν του δημοσίου συμφέροντος και του συμφέροντος της πολιτείας, απερίσπαστα από συνεχείς διώξεις και μηνύσεις ιδιωτών εναντίον τους.
Το φλέγον ζήτημα που τίθεται συνεπώς δεν είναι αν ο θεσμός αυτός ανταποκρίνεται στις σύγχρονες δημοκρατικές αντιλήψεις. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Το κρίσιμο είναι η αλλαγή των προβληματικών στοιχείων αυτού του ειδικού καθεστώτος.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση που θα γίνει το 2012 να συμπεριλάβει στις υπό αναθεώρηση διατάξεις δύο εξόχως προβληματικά σημεία του σημερινού άρθρου 86: τις υπερεξουσίες των βουλευτών στη διαδικασία διερεύνησης των επιλήψιμων υποθέσεων που αφορούν συναδέλφους τους και την εξαιρετικά σύντομη παραγραφή των αδικημάτων. Στις διατάξεις αυτές πρέπει να συμπεριληφθούν θεσμικά αντίβαρα που αφενός θα ενισχύουν το ρόλο της Δικαιοσύνης στην προκαταρκτική διαδικασία και αφετέρου θα εγγυώνται την γρήγορη, αποτελεσματική και απρόσκοπτη διερεύνηση των υποθέσεων χωρίς να επικρέμεται ο κίνδυνος της παραγραφής.
Πάντως είναι χρήσιμο να μην ξεχνάμε ότι η εμπλοκή πολιτικών προσώπων σε υποθέσεις διαφθοράς είναι το σύμπτωμα και όχι η γενεσιουργός αιτία της συστημικής διαφθοράς που αντιμετωπίζει η χώρα. Συνεπώς ακόμη κι αν θεραπεύσουμε το μεμονωμένο σύμπτωμα, δε σημαίνει ότι θα έχουμε αντιμετωπίσει και τη νόσο.
Άρα απαιτούνται εδώ και τώρα ευρύτατες αλλαγές που να ξεκινούν από το εκλογικό σύστημα και τη χάραξη νέων μονοεδρικών περιφερειών, τον περιορισμό του πολιτικού χρήματος, τη θέσπιση θεσμικών αντίβαρων στην πολιτική διαδικασία, τον καλύτερο έλεγχο των ΜΜΕ, τους μηχανισμούς πολιτικής αξιολόγησης και λογοδοσίας, την αυτόνομη, ανεξάρτητη και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις λειτουργία της δικαιοσύνης.
Είναι λοιπόν καιρός ο πολιτικός κόσμος να ξεφύγει από τη βαριά σκιά του «βρώμικου ‘89».Η επίκληση αυτών των «ιστορικών επιχειρημάτων» πλέον ούτε πείθει ούτε και καλύπτει τις ανάγκες της εποχής για περισσότερη διαφάνεια, αξιολόγηση και λογοδοσία της πολιτικής.



