Απαξίωση της εργασίας: το νέο κοινωνικό ζήτημα
Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής
Μία από τις πιο επικίνδυνες, αλλά αποσιωπημένες εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, είναι η συστηματική και ύπουλη απαξίωση της εργασίας. Μια απαξίωση που συντελείται εδώ και χρόνια μέσα από την άκριτη υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι οποίες ενισχύουν τη συσσώρευση επιχειρηματικών κερδών και δημιουργούν συνθήκες παντοδυναμίας για το κεφάλαιο και ειδικά τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το εύρος αυτής της απαξίωσης αποτυπώνεται σε τρία πεδία: την άνιση κατανομή του εθνικού εισοδήματος ανάμεσα σε εργαζόμενους και κεφάλαιο, την επιδείνωση της ποιότητας της απασχόλησης και την ηθική απαξίωση της έννοιας εργασία στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία.
Τα δεδομένα μιλάνε από μόνα τους.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, η πορεία του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό προϊόν όλων των ανεπτυγμένων οικονομιών του πλανήτη είναι πτωτική.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, η πορεία του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό προϊόν όλων των ανεπτυγμένων οικονομιών του πλανήτη είναι πτωτική. Μόνο την περίοδο 2001 με 2006, το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα των G8 έπεσε από το 56% το 2001 στο 51% το 2006. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ, που την περίοδο 2003 με 2006 οι 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις έγραψαν ιστορικά κέρδη ρεκόρ (785 δις δολάρια μόνο το 2006), και όπου η παραγωγικότητα της εργασίας αυξανόταν ετησίως κατά 2,8%, το εργατικό κόστος δεν αυξήθηκε ούτε μία μονάδα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα ο Economist το μέσο ημερομίσθιο του αμερικανού εργάτη το 2007 δεν ξεπερνούσε εκείνο του 1977 σε πραγματικές τιμές.
Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι εξίσου δραματικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας το 2008, το ποσοστό δηλαδή που ιδιοποιήθηκαν οι εργαζόμενοι από τον εθνικό παραγόμενο πλούτο, ανήλθε σε 79,01 δις ευρώ, δηλαδή μόλις σε 34,51% του συνολικού εθνικού εισοδήματος. Το υπόλοιπο 54,38%, το λεγόμενο Ακαθάριστο Λειτουργικό Πλεόνασμα το οποίο ανέρχεται σ’ ένα ποσό της τάξης των 124,5 δις ευρώ, διοχετεύτηκε στο κεφάλαιο με τη μορφή εισοδημάτων ελεύθερων επαγγελματιών, ιδιοκτητών, μισθώσεων και ενοικίων, εταιρικών κερδών, μερισμάτων και τόκων. Ακόμα και αν με τη βοήθεια διάφορων στατιστικών μεθόδων αφαιρέσουμε από τον παραπάνω λογαριασμό τα εισοδήματα των ελεύθερων επαγγελματιών, πολλοί εκ των οποίων είναι μισθωτοί με μπλοκάκι, θα δούμε ότι το τελικό μερίδιο της συνολικής αποζημίωσης από εργασία στη χώρα μας, δεν ξεπερνά το πενιχρό 44% του Εθνικού Εισοδήματος, από 58% την περίοδο 1981-1985.
Tο τελικό μερίδιο της συνολικής αποζημίωσης από εργασία στη χώρα μας, δεν ξεπερνά το πενιχρό 44% του Εθνικού Εισοδήματος, από 58% την περίοδο 1981-1985.
Το πρόβλημα λαμβάνει διαστάσεις νέου κοινωνικού ζητήματος, εάν λάβουμε υπόψη ότι η παρεχόμενη ποιότητα της απασχόλησης στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά κακή. Τόσο οι νέοι της «γενιάς των 700 ευρώ», όσο και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία επισφαλείς εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, – όλοι θυμόμαστε τη δολοφονική απόπειρα εναντίον της συνδικαλίστριας στο χώρο καθαρισμού κ. Κ. Κούνεβα -, βιώνουν μια κατάσταση όπου τα δικαιώματά τους καταστρατηγούνται συστηματικά: δουλεύουν πολλές ώρες χωρίς να πληρώνονται γι’ αυτές, πολυαπασχολούνται από ανάγκη, αμείβονται πολύ κάτω από τις κατώτατες συμβάσεις εργασίας με καθυστερήσεις μηνών και με ποσά που δεν αντιστοιχούν σ’ αυτά που υπογράφουν ότι λαμβάνουν, τρομοκρατούνται, παρενοχλούνται σεξουαλικά. Πλέον η κατάσταση ανασφάλειας αγγίζει σιγά σιγά και το δημόσιο.
Τέλος, η οικονομική και ποιοτική απαξίωση της εργασίας συμβαδίζει εδώ και χρόνια και με την ηθική της απαξίωση. Καθημερινά στο πλαίσιο της υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, καλλιεργείται συστηματικά από παντού και με κάθε τρόπο το πρότυπο του ανθρώπου – αδηφάγου καταναλωτή, αντί του ανθρώπου που καταξιώνεται μέσα από τη δουλειά του. Ενός «ανθρωπότυπου», ο οποίος εξωθείται να προσπαθεί με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να διευρύνει τις καταναλωτικές του δυνατότητες. Μικρή σημασία έχει αν εργάζεται ή όχι, αρκεί να βρίσκει τρόπο να εκπληρώνει έναν μοναδικό και ιερό σκοπό: την πραγμάτωση ατομικών ονείρων μέσα από την κατανάλωση μαζικών προϊόντων, υπηρεσιών, εμπειριών και βιωμάτων.
Και η σημερινή κρίση;
Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιδεινώνει το τοπίο της εργασίας, διογκώνοντας την ανεργία και αναγκάζοντας τους εργαζόμενους να πληρώσουν αυτοί το μάρμαρο με δραστικές μειώσεις αποδοχών. Ήδη, το πρώτο οκτάμηνο της κρίσης, στην Ελλάδα χάθηκαν 163,229 θέσεις εργασίας. Κατά συνέπεια η κρίση απαξιώνει ακόμα περισσότερο την εργασία και βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργαζόμενους σε υπερβολικό βαθμό.
H σημερινή κρίση έχει και ένα καλό. Mας προτρέπει να βγάλουμε τις παρωπίδες που μας επέβαλε ο νεοφιλελευθερισμός την τελευταία τριακονταετία και να σκεφτούμε ξανά το μείζον ζήτημα της εργασίας.
Όλα είναι μαύρα; Όχι, η σημερινή κρίση έχει και ένα καλό. Καταρχάς δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες για να αμφισβητηθεί το κυρίαρχο υπερκαταναλωτικό πρότυπο με θετικές συνέπειες για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον και δεύτερον, μας προτρέπει να βγάλουμε τις παρωπίδες που μας επέβαλε ο νεοφιλελευθερισμός την τελευταία τριακονταετία και να σκεφτούμε ξανά το μείζον ζήτημα της εργασίας.
Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτείται αλλαγή πορείας. Επιβάλλεται μια νέα εθνική και διεθνής κυρίως φιλεργατική στροφή με κεντρικό ζητούμενο την εκ νέου ανάδειξη της εργασίας σε μείζονα κοινωνική και οικονομική αξία. Ως εκ τούτου οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να εργαστούν πάνω σε δύο στόχους. Πρώτον, να καταπολεμηθεί η επισφαλής εργασία που αυτή τη στιγμή πλήττει 108 εκατομμύρια Ευρωπαίους συμπολίτες μας. Δεύτερον, να διασφαλιστεί ότι το όλο και αυξανόμενο μέρισμα παραγωγικότητας πηγαίνει στο ποσοστό που αναλογεί στους εργαζόμενους και όχι αποκλειστικά στα κέρδη των εταιρειών.



