Το δημόσιο θα προασπίσει μέχρι τέλους τα συμφέροντά του

Απάντηση του υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, στην επίκαιρη ερώτηση της Βουλευτού Β΄ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ Ευαγγελίας Αμμανατίδου-Πασχαλίδου, σχετικά με την απόδοση ευθυνών για τα οικονομικά και συμβατικά στοιχεία που αφορούν στην καταγγελθείσα Σύμβαση Παραχώρησης της «Υποθαλάσσιας Αρτηρίας Θεσσαλονίκης»

Κατ’ αρχήν, θέλω να υπενθυμίσω –γιατί είναι πολλά τα χρόνια, περίπου έντεκα από τότε που προκηρύχθηκε το έργο- ότι η χρησιμότητα και η κρισιμότητα του έργου της υποθαλάσσιας της Θεσσαλονίκης ήταν ένα παλλαϊκό, πανθεσσαλονικιώτικο αίτημα. Τότε θυμάμαι, ότι η πρώτη διακήρυξη που γινόταν κάθε φορά, ήταν να γίνει αυτό το έργο. Το 1985 συμπεριελήφθη στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης.

Η υπόγεια παραλιακή αρτηρία μάλιστα, δεν εμφανίζεται ως ένα αποσπασματικό έργο, αλλά αποτελεί μέρος μιας μεγάλης δέσμης προτάσεων για ρυθμίσεις και έργα, που αποσκοπούν στη χωροταξική και πολεοδομική ανασυγκρότηση της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης.

Θυμάμαι τότε, ότι όλοι οι υποψήφιοι δήμαρχοι και νομάρχες εκείνης της εποχής, όλα τα πολιτικά κόμματα ήταν υπέρ της κατασκευής αυτού του πραγματικά γιγαντιαίου για την εποχή έργου. Στη συνέχεια, η πρόβλεψη του Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης για υποθαλάσσια παράκαμψη του κέντρου της πόλης περιελήφθη και στο Γενικό Πολεοδομικό Σχεδιασμό και θεωρήθηκε δεδομένο στρατηγικό στοιχείο για τον 21ο αιώνα.

Τα αναφέρω όλα αυτά, γιατί η υποθαλάσσια, στην οποία σήμερα αναφερόμαστε ιστορικά σε αυτήν, είναι ένα έργο, το οποίο προετοιμάστηκε, αποτέλεσε απόφαση της πόλης, μπήκε στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης και τελικώς το 2000 έγινε μία οριστική μελέτη. Συνεπώς, πρώτα απ’ όλα, ξεκίνησε ένα έργο με απόφαση της πόλης.

Στη συνέχεια, το τότε ΥΠΕΧΩΔΕ προκήρυξε το έργο. Μετά έγινε ο διαγωνισμός και ανετέθη ο διαγωνισμός στη «Θερμαϊκή Οδό», όπως λέγεται ο ανάδοχος. Πριν την υπογραφή της σύμβασης έλαβαν χώρα όλες οι διαδικασίες που απαιτούνται από τη νομοθεσία για τον έλεγχο, από το Ελεγκτικό Συνέδριο, τη Βουλή κ.λπ..

Αμέσως μετά την υπογραφή άρχισε ένας μεγάλος δικαστικός αγώνας από πολλούς κατοίκους της περιοχής, προσφεύγοντες με αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου. Η μακρόχρονη αυτή δικαστική διαμάχη οδήγησε στην αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε εργασίας από την υπογραφή της σύμβασης, γιατί, όπως σας είπα, είχε τελειώσει. Σημειώνεται, ότι ο βασικότερος λόγος για τη μη έναρξη των εργασιών ήταν αυτές οι δικαστικές διαμάχες, οι οποίες αφορούν σε αιτήσεις ακυρώσεως, που εν τέλει ποτέ δεν συζητήθηκαν.

Η καθυστέρηση οδήγησε υπό την πίεση των δανειστριών τραπεζών στην καταγγελία της σύμβασης παραχώρησης από τον ίδιον τον παραχωρησιούχο και συνακόλουθα αποζημίωσης από τους παραχωρησιούχους, σύμφωνα με την αποζημίωση που προέβλεπε η ίδια η σύμβαση.

Το ελληνικό δημόσιο έχει αμφισβητήσει τη νομιμότητα αυτής της καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης παραχώρησης. Εν τέλει, η καταγγελία κρίθηκε από τα αρμόδια δικαστήρια. Η σύμβαση παραχώρησης προέβλεπε την επίλυση διαφορών με διαιτησία. Σημειώνεται εδώ, ότι η νομιμότητα αυτής της καταγγελίας ελέγχθηκε δύο φορές, καθώς σύμφωνα με τη σύμβαση η συγκεκριμένη διαφορά υπάγεται αρχικά στην αρμοδιότητα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, το πόρισμα της οποίας εν συνεχεία ελέγχθηκε από το διαιτητικό δικαστήριο.

Στη συνέχεια, το ελληνικό δημόσιο –και εδώ έχει σημασία- προκειμένου να διασφαλίσει πλήρως τα συμφέροντά του, προχώρησε στην επιβολή ακύρωσης των κρισίμων διαιτητικών αποφάσεων, επί της οποίας ακόμη δεν έχει εκδοθεί η απόφαση. Άρα, η νομιμότητα, τόσο της καταγγελίας της σύμβασης από την πλευρά του παραχωρησιούχου, όσο και της αιτηθείσας και επιδικασθείσας κατά τα ανωτέρω αποζημίωσης είναι σε εκκρεμότητα δικαστική.

Πρέπει να σημειώσω, μάλιστα, ότι αμέσως μετά από την ανάληψη των καθηκόντων μου, έδωσα ρητή εντολή στο γραφείο του Νομικού Συμβούλου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, να καταθέσει αίτηση αναστολής κατά των διαιτητικών αποφάσεων, πάντα με γνώμονα την προστασία των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου.

Επομένως, προκύπτει με κάθε σαφήνεια, ότι λαμβάνεται μέριμνα, προκειμένου να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες, ώστε να προστατευτεί δικαστικά πλήρως το συμφέρον του ελληνικού δημοσίου. Μέχρι στιγμής ουδεμία επιβάρυνση του ελληνικού δημοσίου έχει γίνει, δεδομένου, ότι χάρη στις προαναφερθείσες ενέργειες δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό προς τον παραχωρησιούχο.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ: Οι μετά Χριστόν προφήτες πλειοδοτούν καθημερινά σε αυτόν τον τόπο και δεν θέλω να παρουσιαστώ ως μετά Χριστόν προφήτης. Επειδή εσείς είστε από την περιοχή, θα πρέπει να ξέρετε, ότι δεν μπορώ να απολογηθώ για τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, του Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης, της Βουλής, τις αποφάσεις που πήραν τα κόμματα, οι πολίτες Θεσσαλονίκης και οι επιστήμονες της πόλης με το Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, εάν θέλετε να δικαιώσετε μια άποψη κάποιων είναι δικαίωμά σας. Αλλά μετά Χριστόν προφήτης να εμφανίζεστε εδώ…

Δεύτερον, σε ό,τι αφορά τη σύμβαση της παραχώρησης, οι συμβάσεις παραχώρησης και οι συμβάσεις γενικώς είναι λέξεις.

Υπάρχει η δημοκρατία σ’ αυτόν τον τόπο και υπάρχει και κράτος δικαίου.

Όποιος λοιπόν, θεωρεί, ότι αδικείται, όποιος έχει κάποια διεκδίκηση, πάει στα δικαστήρια. Αυτό προβλέπει το Σύνταγμα. Εάν έχετε εσείς κάποια άλλη διαδικασία, να μου την πείτε. Εγώ δεν ξέρω καμιά άλλη διαδικασία.

Τρίτον, όταν αυτές οι διαδικασίες οδηγούν σε κάποιες αποφάσεις, ο θιγόμενος έχει τη δυνατότητα από το Σύνταγμα, την πολιτική δικονομία και τη διοικητική δικονομία, τη δικονομία των διοικητικών δικαστηρίων, να προσφύγει, για να υπερασπίσει τα συμφέροντά του. Κι αυτό έχει γίνει. Γι’ αυτό λοιπόν, μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί ούτε 1 ευρώ. Και δεν έχει καταβληθεί ούτε 1 ευρώ, γιατί; Διότι από την ώρα που πήγα εκεί και είδα το πρόβλημα, είπα, ότι θα ασκηθούν μέχρι τέλους όλα τα ένδικα μέσα. Το πότε θα τελειώσουν όλα αυτά δεν είναι δικό μου ζήτημα. Ούτε ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν μπορεί να απαντήσει. Θα απαντήσουν τα αρμόδια δικαστήρια, όταν θα έρθει η ώρα των εκδικάσεων.

Σημασία έχει, ότι το δημόσιο είναι παρόν και υπερασπίζεται τα συμφέροντά του.

Σε ό,τι αφορά το ποσό, είναι συγκεκριμένο, το ξέρετε. Το εάν θα πληρωθεί ή όχι, είναι ένα ζήτημα, το οποίο θα αποφασίσουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, τίποτα δεν προβλέπουμε και τίποτα δεν ξεκαθαρίζουμε. Δεν προδιαθέτουμε κανέναν και για τίποτα. Το ζήτημα τρέχει εδώ και είκοσι, και πλέον, χρόνια σε μια πόλη η οποία αποφάσισε τελικώς να μην κάνει το έργο για τους δικούς της λόγους –με πολύ σεβασμό το λεω, όπως με πολύ σεβασμό λεω, ότι είχε αποφασίσει να το κάνει. Θέλω λοιπόν να σας διαβεβαιώσω και πάλι, ότι το δημόσιο θα προασπίσει μέχρι τέλους τα συμφέροντά του.